Το τυχερό λαγοπόδαρο

Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά,
Και η φύση είχε ντυθεί στα γιορτινά.
Μα στην φάρμα του μπάρμπα – Θωμά
μια χνουδωτή ψυχή αγωνιά.

«Τι έχεις Λαγέ και είσαι κατηφής;»,
είπε η γαλοπούλα καθώς τον βρήκε καταγής.
«Είσαι χλωμός σαν το φεγγάρι!»

«Αχ και να μπορούσα να πετάξω εκεί ψηλά, μακάρι.
Έτσι θα γλίτωνα από τον χάρο που θέλει να με πάρει.»

«Μίλα Λαγέ και θα με σκάσεις.
Έχω και άλλες δουλειές που μήτε εσύ δεν θα προφτάσεις.»

«Έρχεται το Πάσχα κυρά – Γαλοπούλα,
και όταν οι άνθρωποι γελούν,
τα ζώα αρχίζουν να θρηνούν.»

«Μα δεν είσαι αρνί εσύ, γιατί φοβάσαι;»

«Χθες το βράδυ είδα όνειρο κακό,
και τα όνειρα μου βγαίνουν αν θυμάσαι.
Είδα λοιπόν πως το τραπέζι το γιορτινό,
εφέτος θα στολίσει ένα λαγουδάκι ζουμπουρλό.»

«Μα εσένα σ ’αγαπάει ο μπάρμπα – Θωμάς.
Κάθε πρωί έρχεται και σε χαϊδεύει μην ξεχνάς.»

«Αχχχ κ. Γαλοπούλα μην είσαι αφελής.
Με ψαχουλεύει για να δει αν είμαι ευτραφής.
Γιατί ο εγγονός του ο Πετρής,
στον οποίο έχει μεγάλη αδυναμία,
φέτος  δεν θέλει να μυρίσει αρνί
γιατί του φέρνει λέει αηδία.»

«Μην λες τέτοια Λαγέ και με ταράζεις,
και άμα αρχίσω τα γλου γλου θα αρχίσεις να φωνάζεις.
Λαγέ άκου, μην είσαι αρνητικός.
Εσύ ήσουν πάντα τυχερός.
Βάστα το ποδάρι σου γερά,
και θα δεις, όλα θα πάνε μια χαρά.»

«Νομίζω πως έχεις τρελαθεί!
Πιστεύεις στα αλήθεια το λαγοπόδαρο
θα φέρει την τύχη την καλή;
Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά.
Την τύχη την καλή,
Την φτιάχνουν οι ικανοί λαγοί!»

Την άλλη μέρα το πρωί,
λες και ήταν μάντης ο Λαγός,
φτάνει ο μπάρμπα – Θωμάς,
και δίπλα του ο Πετρής καμαρωτός.
Στο χέρι δεν κρατούσε το καρότο,
μα ένα μαχαίρι που κράδαινε όλο κρότο.
Μην ξέροντας τι άλλο ο Λαγός να κάνει,
αρπάζει το ποδάρι του και τρέχει και δεν φτάνει.
Τον βλέπει ο παππούς που τρέχει σαν χαζό,
φωνάζει του Πετρή:

«Φύγε γρήγορα από εδώ!
Το ζώο δεν είναι καλά,
και θα αρρωστήσει τα κατσίκια και τα αρνιά!».

Τον βουτάει σαν αστραπή,
τον παρατάει στην εξοχή.
Και από εκείνη την στιγμή,
ο Λαγός μας απορεί,
αν τελικά είναι τυχερός,
ή όπως ο ίδιος νόμιζε ικανός…

Τέλος

Ειρήνη Ζογανά