Τους μεγάλους δεν θα τους καταλάβω ποτέ. Για αυτό και έχω πάρει μια απόφαση σοβαρή.
Να μείνω για πάντα μικρός όσο μεγάλος και να γίνω. Όχι όμως σαν αυτούς τους μεγάλους που παριστάνουν τους μικρούς που φοράνε δερμάτινα και καβαλάνε μηχανές και που συνέχεια διηγούνται με περηφάνεια τις αλητείες που έκαναν στα νιάτα τους. Κάτι σαν τον μπαμπά μου δηλαδή.
Δεν είναι όμως μόνο ο μπαμπάς μου αλλόκοτος αλλά και η μαμά μου που συνέχεια στέλνει μπερδεμένα μηνύματα. Για παράδειγμα τις προάλλες, ενώ μου φώναζε να σηκωθώ για να πάω στο σχολείο, την ίδια στιγμή με σκέπασε με την κουβέρτα μιας και ήμουν ξεσκέπαστος, μην τυχόν και της αρρωστήσω. Ο μπαμπάς μου ήρθε και με ξεσκέπασε φωνάζοντας. Μάλλον ο μπαμπάς μου δεν συμφωνούσε με τη μαμά μου. Και μάλλον η μαμά μου δεν συμφωνούσε και η ίδια με τον εαυτό της. Για αυτό σας λέω… Τους μεγάλους δεν θα τους καταλάβω ποτέ.
Ξέχασα όμως να σας συστηθώ. Με λένε Πέτρο και ο τόπος που ζω, όπως και οι κάτοικοι του άλλωστε, έχει και αυτός το παρατσούκλι του. Ζαβολοχώρι τον φωνάζουν και εμείς τα παιδιά κάνουμε ότι μπορούμε για να τιμήσουμε το όνομα του. Και πως θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς; Σε αυτόν τον μικρό τόπο όλοι οι γονείς είναι για το τρελάδικο. Πως να τους πάρει κάνεις στα σοβαρά;
Νομίζετε πως υπερβάλω; Θα σας δώσω κάποια παραδείγματα για να καταλάβετε.
Παλαβή νο1: Η κ. Νανά η γραμματέας του δημάρχου. Πάντα ψάχνει μια αφορμή για να κάνει αντίλογο και μετά παραπονιέται ότι η κόρη της είναι γλωσσού.
Παλαβή νο2: Ο κ. Μάκης ο μπακάλης συνέχεια συγκρίνει τον γιο του με τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού και μετά αναρωτιέται γιατί ο γιος του είναι ανασφαλής.
Παλαβή νο3: Ο Κ. Πέτρος ο ψαράς συνέχεια κατηγορεί την κόρη του ότι είναι ίδια η μητέρα της ενώ εκείνος επέλεξε να την παντρευτεί.
Παλαβή νο4: Η κ. Σίσυ η κομμώτρια συνέχεια φωνάζει στον γιο της πως καθυστερεί να πάει στο σχολείο ενώ εκείνη κάθε πρωί πατάει τουλάχιστον 3 φορές αναβολή στο ξυπνητήρι μέχρι να σηκωθεί.
Θέλετε και άλλα παραδείγματα;
Η κ. Πέπη η καθαρίστρια της εκκλησίας, που σου λέει καλημέρα και χαμηλώνει το βλέμμα, ντροπαλό τον ανεβάζει τον γιο της, χαϊβάνι τον κατεβάζει.
Αμ και ο κ. Γιάννης ο ταχυδρόμος που όλο φοβιτσιάρη κατηγορεί τον γιο του; Η τελευταία φορά που ο ίδιος πήγε σε γιατρό αυτός ήταν παιδίατρος, από τον φόβο του μην τυχόν ακούσει κάποιο δυσάρεστο για την υγεία του.
Αφήστε πάλι τον κ. Αλέκο τον περιπτερά που όλο τεμπέλη λέει τον γιο του ενώ ο ίδιος βαριέται μέχρι και τις βλεφαρίδες του να κουνήσει.
Και η κ. Πίτσα η φουρνάρισσα, συνεχώς μαλώνει την κόρη της ότι είναι παχιά ενώ εκείνη πιάνει 2 ½ καρέκλες στο θεατράκι του χωριού.
Η καλύτερη από όλους τώρα που το σκέφτομαι είναι η μαμά μου γιατί μπορώ και την κάνω όοοτι θέλω.
Νομίζω πως πήρατε μια εικόνα της θεοπάλαβης μας κοινωνίας. Και κάπως έτσι παλαβά και ωραία περνούσαν οι μέρες μας. Μέχρι που ένα πρωινό καθώς πηγαίναμε στο σχολείο με την μαμά, είδαμε τους δρόμους γεμάτους με διαφημιστικά φυλλάδια. Κάποιοι τα πάτησαν, άλλοι τα αγνόησαν.
Η μαμά μου όμως, που τύχαινε να είναι και οικολόγα, και για να δώσει και σε εμένα το καλό παράδειγμα, έσκυψε να μαζέψει το φυλλάδιο που βρισκόταν κάτω από το πόδι της. Κάνοντας να το πετάξει στον ειδικό κάδο ανακύκλωσης, το μάτι της έπεσε στα μεγάλα γράμματα και αυτό που είδε της κίνησε την περιέργεια.
ΣΧΟΛΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΓΟΝΙΩΝ
(ΔΟΚΤΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΑΤΑΚΟΣ)
Ή αλλιώς κ. Νιονιος όπως τον λέγαμε όλοι στο χωριό. Ο κ. Νιόνιος είχε μετακομίσει τα τελευταία δυο χρόνια στο ζαβολοχώρι και ήταν κοντός και χοντρός σαν πιθάρι. Τα δε μάτια του που κρύβονταν πίσω από τα χοντρά μαύρα κοκκάλινα γυαλιά του, ήταν μόνιμα μισάνοιχτα λες και μισούσε όλο τον κόσμο. Δεν μιλούσε πολύ αλλά δεν του ξέφευγε και τίποτα.
«Γιατί όσο μπόι του λείπει τόση εξυπνάδα διαθέτει» συνήθιζε να λέει η μαμά μου.
Και ενώ στην πραγματικότητα κανείς δεν τον συμπαθούσε ιδαίτερα, όλοι του μιλούσαν με ιδιαίτερο σεβασμό. Όπως κάνει και ο φίλος μου ο Παυλάρας με τον μπαμπά του.
«Ξεχνά το Νίτσα», της είπε ο μπαμπάς μου. «Δεν θα πας. Θες να νομίζει η κοινωνία πως έχει χαθεί ο έλεγχος στο σπιτικό μας;»
«Μα Μπάμπη, η κατάσταση με τον Πετράκη έχει ξεφύγει πια. Σε λίγο που θα μπει και στην εφηβεία άντε να τον μαζέψουμε.»
«Τι παραπάνω μπορεί να σου κάνει ο κ. Νιόνιος που δεν μπορώ εγώ.»
«Εεε πως. Κοτζάμ καθηγητής σε ερευνητικό κέντρο ήταν. Κάτι παραπάνω θα ξέρει.»
«Τώρα όμως είναι συνταξιούχος και δεν έχει με τι να ασχοληθεί. Όπως και εσύ μου φαίνεται.»
Αυτά είπε ο μπαμπάς μου αλλά μάλλον η τελευταία του κουβέντα ενόχλησε πολύ την μαμά, αφού για μέρες μετά δεν του μιλούσε. Και εκείνος αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να φύγει από το σπίτι. Και για μέρες μετά δεν τους μιλούσα εγώ.
«Δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι που ζούνε χωριστά», έλεγαν και ξαναέλεγαν οι γονείς μου.
«Δες τους γονείς της Κατερινούλας και του Παυλάκι. Και του Μένιου… έτοιμοι είναι και εκείνοι.»
Ο θυμός δεν έλεγε να μου περάσει, αλλά πλησίαζε η μέρα που θα ξεκινούσαν τα μαθήματα του κ. Νιόνιου και έπρεπε να είμαι συγκεντρωμένος στο να ανακαλύψω το σχέδιο του. Είχα κακό προαίσθημα για αυτήν την υποτιθέμενη σχολή. Γιατί ο κ. Νιόνιος για κάποιον λόγο μισούσε οτιδήποτε βρισκόντανε κοντά στο ύψος του, δηλαδή όλα τα παιδιά. Και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Μόνο με το δίκαννο δεν μας κυνηγούσε κάθε που έπεφτε η μπάλα στο κήπο του.
«Θα σας δείξω εγώ μια μέρα» έλεγε και ξαναέλεγε. Μήπως είχε έρθει τελικά εκείνη η ημέρα;
Άλλες φορές πάλι, ντυμένος με ρούχα παραλλαγής, κρυβόντανε ανάμεσα στους θάμνους περιμένοντάς πότε θα πέσει και πάλι η μπάλα στον κήπο του. Και όταν γινόταν αυτό η μπάλα απλά εξαφανίζονταν. Ποιος ξέρει πόσες από δαύτες θα είχε μαζέψει στο υπόγειο του.
Και να που έφτασε εκείνη η μέρα. Και πάρα τις αντιρρήσεις του μπαμπά μου, η μαμά μου ήταν η πρώτη που έφτασε έξω από το παλιό δημαρχείο που τώρα χρησιμοποιούνταν σαν χώρος εκδηλώσεων. Και έναν ενθουσιασμό τον είχε. Γιατί παρόλο που έλεγε σε φίλους και γνωστούς, πως το να είσαι μητέρα και νοικοκυρά ήταν μια δουλειά πλήρους απασχόλησης, στο βάθος ένα πτυχίο πάντα το ήθελε. Και ας ήταν και σχολής κακοποιημένων γονιών.
«Ήρθα από περιέργεια κ. Νιονιό μην νομίζεις», άκουσα την μαμά μου να δικαιολογείται κρυμμένος έξω από το παράθυρο.
Δεύτερη η Πίτσα η φουρνάρισσα.
«Εδώ είσαι Νίτσα και σε έψαχνα; Μήπως σου βρίσκεται λίγο αλεύρι που ξεμείναμε στον φούρνο;»
Άθλια ψεύτρα η κ. Πίτσα.
Τρίτη η Πέπη η φαρμακοποιός.
«Ήρθα για να κάνω παρέα στην Πίτσα.»
Σιγά σιγά η τάξη γέμισε με μαμάδες που προσπαθούσαν να δείχνουν αδιάφορες και άνετες. Εμείς τα παιδιά τα καταλαβαίνουμε εύκολα αυτά τα ψεύτικα. Μα κανένας μπαμπάς στην τάξη;
«Εγώ τα κουλουράκια του παιδιού με τα χεράκια μου τα φτιάχνω. Απαπα… δεν αγοράζω ποτέ από τα έτοιμα.», είπε η Νανά η ψηλομύτα και έκανε την κ. Πίτσα να ντραπεί και να κρύψει πίσω από την πλάτη της το συσκευασμένο κρουασάν σοκολάτας με το οποίο είχε μπουκωθεί.
Μεγάλο ψέμα όμως και αυτό. Γιατί η κόρη της κ. Νανά κάθε μέρα, από το κυλικείο ψώνιζε το κολατσιό της και όταν δεν είχε λεφτά έτρωγε και από το δικό μας.
Όταν έφτασε τελευταία και καταϊδρωμένη η Σίσυ η κομμώτρια ο δρ. Νιονιος έβηξε για να σημάνει την έναρξη της συζήτησης.
«Θα είμαι σύντομος καθότι ξέρω ότι ο χρόνος είναι χρήμα και εμείς δεν έχουμε λεφτά για χάσιμο σωστά;»
Μεγάλος τσιγγούνης ο κ. Νιονιος. Φήμες έλεγαν ότι στις ταβέρνες που πήγαινε πάντα έπαιρνε μαζί του ακόμα και το ψωμί που περίσσευε.
Χωρίς να χάσει καιρό άρχισε να μοιράζει στην τάξη ένα φυλλάδιο.
«Αυτό που σας μοιράζω είναι ο δεκάλογος επιβίωσης γονιού. Είναι ένα φυλλάδιο που θα λύσει αρκετά από τα προβλήματα που συναντάτε στην καθημερινότητα σας με τα παιδιά σας.»
«Μα τι λέτε κ.Νιόνιο μας!».
«Προβλήματα; Ποια προβλήματα!».
«Δεν έχουμε προβλήματα εμείς!».
Ξεσηκώθηκαν τάχα μου θιγμένες οι μανάδες μέσα στην τάξη.
«ΗΣΥΧΙΑ!», είπε με βροντερή φωνή ο κ. Νιόνιος.
Όλες σώπασαν μεμιάς στο πρόσταγμα του λες και είχε γυρίσει ο χρόνος πίσω και είχαν γίνει και πάλι μαθήτριες. Τις φαντάστηκα με ποδιά και με κορδέλα στα μαλλιά όπως συνηθίζονταν τα χρόνια τα παλιά και με το ζόρι συγκρατήθηκα να μην γελάσω και αποκαλυφτώ. Και η μαμά μου φυσικά θα ήταν το σπασικλάκι της τάξης.
«Αυτό το φυλλάδιο λοιπόν, είναι το αποτέλεσμα των 25 χρόνων μου εμπειρίας ως γονιός, και χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω, έχω κάνει εξαιρετική δουλειά.», συνέχισε να λέει ο κ. Νιόνιος.
Ο γιος του κ. Νιόνιου, κατά τα λεγόμενα του, ήταν το όνειρο κάθε γονιού. Ευγενικό, φιλότιμο, δραστήριο, ένα παιδί χαρισματικό. Βέβαια κανείς μας δεν τον είχε δει από κοντά καθότι τα τελευταία χρόνια ζούσε στο εξωτερικό όπου εργαζόντανε αφού είχε πρώτα ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του με υποτροφία.
«Μπορώ να κάνω μια ερώτηση;», είπε δειλά η Μαίρη η δασκάλα.
«Τις ερωτήσεις σας αφού ολοκληρώσουμε την ανάγνωση του 10 λόγου πρώτα.» απάντησε ο κ. Νιόνιος καθώς άρχισε να μοιράζει το φυλλάδιο. Και χωρίς να χάσει καιρό άρχισε την ανάγνωση.
10 λόγος επιβίωσης γονιού
Δεν πίστευα στα αυτιά μου με αυτά που άκουγα. Αυτός ο δεκάλογος έσταζε μίσος και φαρμάκι. Καμιά σχέση με τον δεκάλογο του Μωυσή. Ένιωσα να με πνιγεί ο θυμός. Που στην τελική, αν οι κακοί της υπόθεσης είμασταν εμείς τα παιδιά, αυτοί που έπρεπε να τιμωρηθούν ήταν οι γονείς μας που είχαν αποτύχει στον ρόλο τους. Ο παμπόνηρος όμως ο κ.Νιόνιος είχε βρει τελικά τον τρόπο του να μας εκδικηθεί.
Η τσιριχτή φωνή της κ. Νανά με έβγαλε από τις σκέψεις μου.
«Κ.Νίονιο, οι τελευταίοι τρεις κανόνες είναι επανάληψη του έβδομου.»
«Ναι κ. Νανά μου. Για να αντιληφθείτε την σημασία του. Μην με παρεξηγήσετε. Τα παιδάκια σας είναι αξιολάτρευτα και τα αγαπώ σαν να είναι δικά μου παιδιά.» συνέχισε να λέει ο κ. Νιόνιος με ύφος μελιστάλαχτο που δεν του ταίριαζε καθόλου. «Απλά χρειάζεται να διδαχθούν λιγάκι πειθαρχεία, με την καθοδήγηση σας φυσικά! Και αυτός ο δεκάλογος, σας το λέω εκ πείρας, είναι το απόλυτο εργαλείο που σας χρειάζεται. Για να ακούσω λοιπόν… Ποιος είναι ο αρχηγός του σπιτιού;» συνέχισε να λέει ο κ. Νιόνιος ενώ όλες τον κοιτάζανε με απορία.
«Μα τώρα δα το είπαμε! Εσείς είστε φυσικά! Πάμε πάλι… Ποιος είναι ο αρχηγός του σπιτιού;», συνέχισε τον μονόλογο του ο κ. Νιόνιος.
«Εμείς!» φώναξε με ενθουσιασμό η κ. Πίτσα, η κολλητή της μαμάς μου.
«Πάμε τώρα όλοι μαζί. Ποιος είναι ο αρχηγός;»
«Εμείς!» ακούστηκαν δειλά κάποιες φωνές.
«Πιο δυνατά! Κι εσύ κ. Νίτσα μου! Δεν σε ακούω!»
«ΕΜΕΙΣ!!!», φώναξαν δυνατά όλες μαζί.
Θεέ μου τι ζουσα! Ένιωσα σαν να ήμουν μάρτυρας κάποιας ξεχασμένης από αιώνες θρησκευτικής τελετής.
«Αυτά είχα να πω.», συνέχισε ο κ. Νιόνιος. «Μπορείτε να αποχωρήσετε. Ο τελευταίος να κλείσει τα φώτα.» είπε και έφυγε καμαρωτός καμαρωτός, όσο του επέτρεπε το μπόι του δηλαδή.
«Αύριο τι ώρα θα έρθουμε στο μάθημα κ. Νιονιό;», ψέλλισε η κ. Πέπη.
«Ξεκινήστε με αυτά να δούμε πως θα τα πάτε και βλέπουμε.»
«Τι εννοείται κ.Νίονιο μας. Στο φυλλάδιο αναφέρεστε σε σχολή και όχι σε σεμινάριο και μάλιστα ταχύρρυθμο!», γκρίνιαξε και πάλι η κ. Νανά.
«Θα μας δώσετε κάποιο πιστοποιητικό παρακολούθησης;» ρώτησε με αγωνιά η μαμά μου. Πάλι ρεζίλι με έκανε.
«Τι χρωστάμε κ. Νιονιό για τις υπέροχες συμβουλές σου;» είπε η κ. Πίτσα που έδειχνε ενθουσιασμένη από το μάθημα.
«Με προσβάλετε κ. Πίτσα μου. Εγώ καθαρά από ενδιαφέρον το κάνω. Και αν στις επικείμενες εκλογές με στηρίξετε και εσείς και βγω δήμαρχος θα μπορέσω να κάνω ακόμα περισσότερα για το υπέροχο ζαβολοχώρι!»
Α τον πονηρο! Θέλει να γίνει και δήμαρχος! Δυο σε ένα λοιπόν! Και εκδίκηση και δημαρχιλίκι.
«Και γιατί όχι;» άκουσα την κ. Πίτσα να λέει στην μαμά μου καθώς έπιναν το καφεδάκι τους στο καθιστικό του σπιτιού μας. «Έχει την μόρφωση την εξυπνάδα και από ότι φαίνεται και το ενδιαφέρον να δημιουργήσει ένα καλύτερο τόπο. Ίσως καταφέρει αυτό που οι προηγούμενοι δήμαρχοι δεν μπόρεσαν».
«Κάτι δεν μου αρέσει Πίτσα μου στον δεκάλογο. Βέβαια δεν χάνουμε και τίποτα να το δοκιμάσουμε εδώ που φτάσαμε. Ίσως έτσι καταφέρω να βάλω κάποια όρια στον Πετράκη.» είπε απογοητευμένη η μαμά μου.
«Έλα άστα τώρα αυτά και πάμε να σου διαβάσω το καφεδάκι σου.» της είπε καθησυχαστικά η κ. Πίτσα.
Η ανάγνωση του καφέ ήταν μια καινούργια συνήθεια που είχε αποκτήσει η μαμά μου από όταν έφυγε ο μπαμπάς μου από το σπίτι.
«Αααα…Μεγάλη πόρτα θα διαβείς Νίτσα μου και σύντομα.» αναφώνησε η κ.Πίτσα.
«Σκέφτομαι να συνεχίσω τις σπουδές μου που της άφησα στην μέση όταν έμεινα έγκυος στον Πετράκη. Λες να είναι η πόρτα του Πανεπιστημίου;» ρώτησε με αγωνία η μαμά μου.
«Τι να σου πω Νίτσα μου. Μπορεί.»
Καήκαμε. Έτσι και πάει η μαμά μου Πανεπιστήμιο θα φορτωθώ παραπάνω δουλειές.
Η μαμά μου ξεπροβόδισε την η κ. Πίτσα και εκείνη απομακρύνθηκε τραγουδώντας σαν να ήταν κάποιο στρατιωτικό εμβατήριο τα λόγια του κ.Νίονιου.
«Ποιος είναι ο αρχηγός; Ποιος; Ποιος; Ποιος άλλος; ΕΓΩ!»
Η κ. Πίτσα φαινόνταν πως είχε πάρει πολύ στα σοβαρά τον δεκάλογο.
Αλλά και η μαμά μου δεν πήγαινε πίσω αφού το ίδιο κιόλας βράδυ έριξε πάνω στο κρεβάτι μου ότι είχα σκόρπιο αριστερά και δεξιά σε όλο το σπίτι. Όταν όμως πήγε να ξαπλώσει και εκείνη, μια έκπληξη την περίμενε. Δηλαδή ένα κρεβάτι γεμάτο με τα δικά της σκόρπια πράγματα. Δεν μπορείς να μιλάς για τάξη αν δεν είσαι ο ίδιος τακτικός. Όταν μου ζήταγε να κάνω δουλειές στο σπίτι επικαλούμουν την ιδιότητα μου ως παιδί και διάφορα τέτοια μέχρι που αγανακτούσε και τα έκανε μόνη της. Η δε φωνή της από εκείνη την ημέρα είχε αλλάξει. Έγινε σοβαρή και τσιριχτή λες και προσπαθούσε να μιμηθεί την κ. Νανά. Εκείνη μίλαγε και εμένα με έπιαναν τα γέλια. Και όταν με σύγκρινε με τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού εγώ της θύμιζα τα αρνητικά τους χαρακτηριστικά. Πολύ το διασκέδαζα τελικά τον δεκάλογο του κ. Νιόνιου. Είχα αρχίσει να νιώθω σούπερ δυνατός αφού ακόμα και τον 10λογο του κ. Νιόνιου με το υπερφυσικά υπέροχο αντιπαθητικό παιδί του μπόρεσα να νικήσω. Η μαμά μου από την άλλη φαίνονταν πιο σαστισμένη από ποτέ.
Όμως και ο δάσκαλος μου τα είχε βρει σκούρα με εμένα και το να με βγάζει από την τάξη του είχε γίνει πια συνήθεια. Έτσι και εκείνη την μέρα. Όμως είχε καταντήσει μονότονο πια και βαρετό χωρίς τους φίλους μου. Έκανα βόλτες μέσα στο χωριό βαριεστημένος. Η βαρεμάρα άρχισε να γίνεται νεύρα. Τι ήθελαν οι φίλοι μου και έμεναν στην τάξη; Αφού βλακείες μας μάθαιναν. Και μετά θυμήθηκα τον μπαμπά που μου έλεγε πως η ζωή είναι ένα παζλ και πως άμα χάσεις ένα κομμάτι από αυτό είναι δύσκολο να το αναπληρώσεις. Και αν έξω από την τάξη έχανα ένα κομμάτι από το παζλ; Και αν οι συμμαθητές μου γίνονταν όλοι μεγάλοι και τρανοί ενώ εγώ όχι;
Ένιωσα θυμό για την μαμά μου. Τι έκανε λάθος και σε εμένα δεν έπιανε ο 10λογος ενώ ο γιος του κ. Νιόνιου ήταν υπόδειγμα; Αυτά σκεφτόμουν και χωρίς να το καταλάβω είχα φτάσει έξω από το σπίτι του κ. Νιόνιου όταν άκουσα φωνές μέσα από το σπίτι του.
«Σου είπα να μην πατήσεις το πόδι σου στο χωριό τουλάχιστον μέχρι να γίνουν οι εκλογές!»
«Δώσε μου 500 ευρώ μπαμπά και θα γυρίσω πάλι στο ‘Λονδίνο’. Εκεί δεν έχεις πει σε όλους ότι δουλεύω;»
«Πάρτα και εξαφανίσου. Και άντε βρες μια δουλειά επιτέλους. Που όπου πας σε διώχνουν.»
Μπαμπά; Αυτός είναι ο γιος του λοιπόν; Το υπόδειγμα ευγενικού παιδιού; Αυτά λοιπόν είναι τα αποτελέσματα του 10λόγου του κ. Νιόνιου; Του μεγαλύτερου ψεύτη και απατεώνα που έχει περάσει ποτέ από το Ζαβολοχωρι!
Έτρεξα γρήγορα στο σπίτι. Είχε δίκιο η μαμά μου που δεν τον εμπιστευόταν και ήθελα να της τα πω.
«Μαμά μαμά… Ο κ. Νιόνιος είναι απατεώνας. Είδα τον γιο του να…»
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την πρόταση όταν με ρώτησε θυμωμένη:
«Γιατί δεν βρίσκεσαι στο σχολείο Πέτρο; Πάλι σε έβγαλε ο δάσκαλος από την τάξη;»
«Μα μαμά έχω να σου πω κάτι πολύ σημαντικό. Ο γιος του κ. Νιόνιου δεν σπουδάζει στο εξωτερικό και ότι έχει πει ο κ. Νιόνιος είναι όλα ένα ψέμα.»
«Ψεύτης είσαι εσύ Πέτρο! Γρήγορα στο δωμάτιο σου και να μην ξαναβγείς άμα δεν σου πω εγώ.»
Έτρεξα στο δωμάτιο μου κλαίγοντας. Μπορεί να ήμουν πολλά πράγματα αλλά ψεύτης δεν υπήρξα ποτέ. Η ίδια μου η μητέρα, πίστευε περισσότερο έναν ξένο από το ίδιο της το παιδί.
Με πήρε ο ύπνος κλαίγοντας. Όταν ξύπνησα είχε φτάσει ήδη απόγευμα. Άκουσα έντονες κουβέντες και φωνές από το καθιστικό. Αναγνώρισα την φωνή της κ. Πίτσας που έλεγε πως έμαθε ότι ο γιος του κ. Νιόνιου δεν δουλεύει στο λονδίνο και πως όλα αυτά είναι ψέματα, και πως ο γιος του είναι ένας τεμπέλης και αυθάδης, και πως θα πήγαιναν όλες μαζί να τον συναντήσουν και να ζητήσουν τον λόγο από τον κ. Νιόνιο που αποδείχτηκε ότι ήταν ένας μεγάλος ψεύτης.
«Ή μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο», είπε η μαμά μου που τόσο έξαλλη δεν την έχω ξαναδεί.
Όταν έφυγε η κ. Πίτσα έτρεξα και πάλι στο κρεβάτι μου περιμένοντας την μεγάλη συγνώμη. Όμως μόλις μπήκε στο δωμάτιο μου δεν κρατήθηκα.
«Είδες που δεν με πίστευες;», της είπα με ύφος νικητή.
«Πάλι κρυφάκουγες;» Με ρώτησε ψευτοθυμωμένα.
«Περιμένω μια συγνώμη!», της είπα μουτρωμένος.
Αντ’ αυτού μου είπε να τσακιστώ στην κουζίνα να φάω μακαρόνια με κιμά και εγώ που πείναγα σαν λύκος πήγα.
Τις επόμενες μέρες κλείστηκε στο γραφείο της και έγραφε διάβαζε έσκιζε. έγραφε διάβαζε έσκιζε. Και μια μέρα βγήκε θριαμβευτικά από το δωμάτιο φωνάζοντας «ΈΤΟΙΜΟ!»
Έναν μήνα μετά, νέα διαφημιστικά φυλλάδια γέμισαν το χωριό μας. Μια νέα συνάντηση είχε κανονιστεί για τους γονείς αλλά αυτήν την φορά ομιλητής ήταν η μαμά μου η οποία με την σειρά της μοίρασε τον δικό της δεκάλογο.
Δεκάλογος Νίτσας
Τελειώνοντας την ομιλία της η μαμά μου είπε τα παρακάτω που δεν τα κατάλαβα και όλα αλλά ακούστηκαν πιασάρικα.
“Σε κάθε λάθος που αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας ως γονιό, υπάρχει πάντα και η θετική του πλευρά. Ας συγχωρέσουμε λοιπόν τον εαυτό σας και ας μην ξεχνάμε πως ότι κάνουμε το κάνουμε με αγάπη. Και κάποια στιγμή θα χρειαστεί να μάθουν τα παιδιά μας να συγχωρέσουν τα δικά μας λάθη. Και μιας που τα παιδιά μας είναι μικρά ακόμα για αυτό, ας φροντίσουμε να το κάνουμε εμείς για τους δικούς μας γονείς.”
Και μάλλον ήταν όντως πιασαρικα γιατί στις εκλογές που ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες και στις οποίες είχε βάλει και η ίδια υποψηφιότητα από πείσμα στον κ.Νιόνιο, το 90% του χωριού την είχε ψηφίσει. Ενώ ο κ. Νιόνιος πήρε το μάθημα του αφού ο μοναδικός ψήφος που είχε ήταν ο δικός του.
Έτσι η μαμά μου έγινε η νέα δήμαρχος και κανείς δεν την φώναζε πια Νίτσα αλλά Νίτσε. Και η κ. Πίτσα παράτησε τον φούρνο στον άντρα της τον πρώην τεμπέλη, και έγινε επισήμως η καφετζού του χωριού και της γύρω περιοχής.
Και μπορεί να βλέπω την μαμά μου λιγότερο λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων της, αλλά πλέον έχω και εγώ περισσότερες μιας και φέτος μπήκα στο γυμνάσιο και αποφάσισα πως όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω χρήσιμος και ευτυχισμένος.
Και η ζωή μας έχει γίνει πολύ καλύτερη. Και ακόμα και αν η μαμά δεν ζει πλέον μαζί με τον μπαμπά, μεταξύ τους φαίνονται πιο χαρούμενοι από ποτέ. Τους κράταγα για πολύ καιρό μούτρα αλλά στο τέλος αποφάσισα να τους συγχωρήσω. Φαντάζομαι το ίδιο θα έκανα και εγώ άμα είχα ένα αδερφάκι. Θα χαιρόμουνα να τον βλέπω μόνο αν έμενε σε άλλο σπίτι. Γιατί τελικά οι μεγάλοι είναι πάντα και λίγο μικροί. Και οι μικροί είναι και λίγο μεγάλοι. Και αυτό είναι που με κάνει να ελπίζω ότι δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα συναντηθούμε!
Ειρήνη Ζογανά