
«Κίτρινο» εγώ;
«Πορτοκαλί» εκείνος.
«Ροζ» εγώ;
«Μωβ» εκείνος.
Και έτσι καταλήξαμε στον παιδοοφθαλμίατρο.
«Αχρωματοψία!» διέγνωσε εκείνος.
Και ακολούθησαν και άλλοι γιατροί.
«Διάσπαση προσοχής!», αποφάνθηκε ο λογοθεραπευτής για την δυσκολία στο διάβασμα.
«Αρθρίτιδα!», διέγνωσε ο παιδορευματολόγος για τους πόνους στο μάθημα της γυμναστικής.
Επισκεφτήκαμε και άλλες ειδικότητες και καθεμιά τους είχε και κάτι νέο να προσθέσει. Και η λίστα μεγάλωνε.
Και όταν πια μαθεύτηκε η αλήθεια, ένας ένας οι γιατροί μετακόμισαν σε άλλο δήμο. Και μακριά ο ένας από τον άλλον.
Συχνά αναρωτιόμουν τι είχα κάνει λάθος. Σε όλη την διάρκεια της εγκυμοσύνης μου, με καρύδια ξεκίναγα την μέρα, με σολομό συνέχιζα και κοιμόμουν ακούγοντας Μότσαρτ.
Και αφότου γεννήθηκε, ποτέ δεν τον τρόμαξα για το σκοτάδι ούτε του μίλησα για πελαργούς και κουραφέξαλα. Υπήρχε ειλικρίνεια στην σχέση μας και ήμουν πολύ περήφανη για αυτό. Τα είχα κάνει όλα σωστά.
Τότε τι; Τι έφταιγε και όλοι οι γιατροί και επιστήμονες με κοίταζαν με ύφος συμπαράστασης και συμπόνοιας; Και όμως τα σημάδια ήταν εκεί. Από την πρώτη κιόλας μέρα. Εγώ ήμουν στραβή και δεν τα έβλεπα. Δεν τα είδα ούτε στην ενημέρωση του σχολείου που οι δάσκαλοι μου εύχονταν περαστικά.
Μέχρι που ένα βράδυ την ώρα που ετοιμαζόμουν να τον βάλω για ύπνο, εκείνος μου είπε:
«Θα μου διαβάσεις το ψεύτη βοσκό;»
«Aχ όχι πάλι. Ας διαβάσουμε και τίποτα άλλο!»
«Μήπως τον πινόκιο;»
Και τότε, σαν να μου ήρθε θεία επιφοίτηση, τα κατάλαβα όλα. Λες και με λυπήθηκε ο Θεός. Τελικά δεν έφταιγε ούτε ο σολομός ούτε ο Μότσαρτ. Ο Πέτρος απλά ήταν… ψεύτης. Και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού είχε γεννηθεί πρωταπριλιά.
Το επόμενο κιόλας πρωί, ακύρωσα το ραντεβού με τον διαπρεπή ψυχίατρο που μου είχαν συστήσει και ανασκουμπώθηκα. Ο πόλεμος είχε αρχίσει. Ζούσα για να παρακολουθώ τις κινήσεις του Πέτρου. Και αφού μάζεψα αρκετά στοιχεία που αποδείκνυαν την ενοχή του, ετοίμασα την αγόρευση μου.
«Άμα λες ψέματα θα μεγαλώσει η μύτη σου!»
«Ο ψεύτης και ο κλεφτής τον πρώτο χρόνο χαίρονται!»
«Όποιος λέει ψέματα χώνεται στα αίματα!»
Εκείνος απλά γέλαγε.
Μέσα στην απελπισία μου δοκίμασα την επίκληση στο συναίσθημα.
«Και εσύ τέκνον Βρούτε; Δεν φτάνει η κοροϊδία που έχω φάει τόσα χρόνια από τον πατέρα σου; Δεν καταλαβαίνεις πόσο με πληγώνει αυτό;» του έλεγα και ένα δάκρυ κυλούσε από τα μάτια μου.
«Δεν φταίω εγώ μανούλα μου. Η πρωταπριλιά τα φταίει! Δεν το ελέγχω!» μου απαντούσε και ξέσπαγε σε κλάματα που κατέληγαν στο να τον παίρνω αγκαλιά να τον παρηγορώ για την πρωταπριλιά και τα αναθεματισμένα του γονίδια.
Ήταν πολύ έξυπνος από μικρός. Οφείλω να του το παραδεχτώ. Τι τα ήθελα τα καρύδια και τον Μότσαρτ; Βούτυρο με ζάχαρη έπρεπε να τρώω όπως έκανε και η δικιά μου η μαμά.
Όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο καλός στο να κρύβει τα ψέματα του.
«Μάθε τέχνη κι άστηνε, κι άμα πεινάσεις πιάστηνε…» έλεγε συχνά και εγώ τρόμαζα.
Ήταν δύσκολες εποχές θυμάμαι. Τώρα πια μεγάλωσε όμως και όλα αυτά αποτελούν παρελθόν. Πλέον έχει γίνει ένας ευυπόληπτος πολίτης και έχει κερδίσει τον σεβασμό όλων. Και εγώ νιώθω πολύ περήφανη και για αυτόν αλλά και για μένα που κατάφερα με κόπο και υπομονή να τον μεγαλώσω σωστά . Και εκτός αυτού κέρδισα και κάτι πολύ σημαντικό σε αυτήν την διαδρομή. Να ξεχωρίζω τους ψεύτες. Ουδέν κακόν αμιγές καλού όπως λέει και ο σοφός μας λαός. Όμως τώρα σας αφήνω για να παρακολουθήσω την ομιλία του στην Βουλή.
ΤΕΛΟΣ
Ειρήνη Ζογανά