‘Ελα βρε Ζάρη, φοβιτσιάρη,
Κάνε το βήμα και άντε πήδα.
Πέτα ψηλά, δες ο ουρανός.
Να λέμε… ωραίος ο Χαρταετός.

Σκίτσο : Χρύστα Δημαρέλου

Ζάρης ο φοβιτσιάρης
Ένας χαρταετός με… υψοφοβία

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έμεναν για την Καθαρά Δευτέρα και ο Ζάρης ο χαρταετός, ακουμπισμένος στην υπόγεια ντουλάπα, βρισκόταν σε απόγνωση και μονολογούσε.

«Τι θα ήταν οι Απόκριες χωρίς την Καθαρά Δευτέρα; Τι θα ήταν η ταραμοσαλάτα χωρίς τον ταραμά; Τι θα ήταν ένας χαρταετός με υψοφοβία;»

«Προσάναμμα για το τζάκι;» Είπε χασμουριώντας ο Ρίκι το ποντίκι. «Τι σου συμβαίνει πάλι και με ξύπνησες πρωινιάτικα;»

«Πλησιάζει η Καθαρά Δευτέρα Ρίκι, και η πρόγνωση του καιρού φέτος δεν αναφέρει τίποτα για βροχές! Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;»

«Όπα! Ότι θα πρέπει να πετάξεις; Μπορεί όμως και να έχει άπνοια!», είπε ο Ρίκι, στην προσπάθεια του να τον καθησυχάσει.

«Και αν όχι; Μήπως να παρακαλέσω τους ανέμους να πάνε διακοπές;»

«Γιατί όχι! Αν δεν σε ενοχλεί που μετά θα σε αποκαλούν δειλό!»

«Έχεις δίκιο. Θα τους πω ότι είναι χλωμοί και έχουν ανάγκη από ξεκούραση και διακοπές!»

«Δεν θα πιάσει. Οι άνεμοι έχουν χρώμα διαφανί.»

«Όλοι;»

«Όλοι!»

«Σίγουρα;»

«Όπως σε βλέπουν και δεν τους βλέπεις!»

«Μήπως τότε να μου ροκάνιζες την ουρά;»

«Ευχαριστώ αλλά όχι! Το έχω κάνει ένα βράδυ που κοιμόσουν και είσαι ότι πιο άνοστο έχω δοκιμάσει σε όλη μου την ζωή!»

«Μήπως να μου στράβωνες τα ζύγια;»

«Έλεος Ζάρη! Είσαι τόσο εγωιστής; Φαντάζεσαι πόσο θα λυπηθεί ο Πέτρος όταν θα δει πως ο χαρταετός του δεν κατάφερε να πετάξει;»

«Για ανέβα και εσύ στα 300 μέτρα και πάρτον κάτω από καμία κρεμάλα και θα δεις τι ωραία που είναι!»

«Μην γκρινιάζεις! Μια δουλειά έχεις να κάνεις! Να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι! Τι να σου πω ρε Ζάρη. Κρίμα στον αετό που έχεις πάνω σου ζωγραφισμένο!»

«Κοίτα ποιος μιλάει! Χαλασμένη γραβιέρα έφαγες τις προάλλες και μόνο την διαθήκη σου δεν έφτιαξες!»  φώναξε θυμωμένος ο Ζάρης καθώς ο Ρίκι απομακρυνόταν.

Ο Ζάρης, έμεινε μόνος να κοιτάζει τον ζωγραφισμένο αετό που είχε πάνω του, μπροστά από τον παλιό σκονισμένο καθρέφτη.

«Αχ και να ήμουν αετός! Να ήμουν και εγώ τολμηρός και να σκίζω τον ουρανό, και να πετάω ψηλά, πολύ ψηλά… Όμως δεν είμαι. Είμαι ένα απλό χαρτί… με ξύλα!» μονολόγησε με απογοήτευση.

Το πρωινό της Καθαράς Δευτέρας βρήκε τον Ζάρη, τον Πέτρο και τον μπαμπά του στον κοντινό λόφο. Το κλίμα ήταν γιορτινό. Φωνές, χαρταετοί, σερπαντίνες, λαγάνες και τραγούδια.

Στην πρώτη προσπάθεια όμως να πετάξουν τον Ζάρη, εκείνος γραπώθηκε σφιχτά με την ουρά του από το μπράτσο του Πέτρου. Σαν βδέλλα είχε κολλήσει πάνω του και δεν έλεγε να ξεκολλήσει!

«Κοιτάξτε τον!  Έχει μπλεχτεί στον ίδιο του τον χαρταετό!», είπαν ειρωνικά κάποιοι συμμαθητές του που βρισκόταν εκεί κοντά.

Ο Πέτρος προσποιήθηκε ότι δεν τους άκουσε και συνέχισε να προσπαθεί.

«Μα τι άχρηστος που είσαι Πετράκη! Ούτε έναν χαρταετό δεν μπορείς να πετάξεις!», συνέχισαν εκείνοι.

«Το όνομα μου είναι Πέτρος!», ήταν το μόνο που κατάφερε να πει εκείνος προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του.

Ο Ζάρης τα ήξερε αυτά τα παιδιά. Ήταν τα ίδια που σε κάθε ευκαιρία του έκαναν την ζωή δύσκολη στο σχολείο.

«Αχ και να ήμουν αετός. Τότε θα μπορούσα να πετάξω ψηλά και να… και να… και να… και να τους κουτσουλήσω όλους! Στα ρούχα, στα μαλλιά, στα μούτρα, παντού!» σκέφτηκε ο Ζάρης καθώς ένιωθε να πλημμυρίζει με οργή.

Ή θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο. Αγαπούσε πολύ τον Πέτρο και δεν θα άφηνε κανέναν να τον στεναχωρήσει. Θα έδειχνε σε όλους πως ο φίλος του καθόλου άχρηστος δεν ήταν. Και πως και ο ίδιος, δεν ήταν ένας απλός χαρταετός, αλλά ένας αετός. Ένας αετός που μπορεί να πετάει ψηλά, πολύ ψηλά, πιο ψηλά από όλους τους άλλους!

«Μπαμπά θέλω να γυρίσω σπίτι.», άκουσε τότε την φωνή του Πέτρου να λέει στον μπαμπά του.

«Μη… στάσου! Όχι ακόμα!» φώναξε τότε ο Ζάρης. Όμως κανείς δεν τον άκουσε.

Ο μπαμπάς του άρχισε να μαζεύει την καλούμπα.

«Σταματήστε! Δώστε μου μια τελευταία ευκαιρία! Σας παρακαλώ!», φώναξε πάλι ο Ζάρης.

Ήταν όμως πια αργά! Ο Πέτρος πήρε τον χαρταετό παραμάσχαλα και με σκυμμένο το κεφάλι άρχισε να κατεβαίνει τον λόφο!

«Εγώ φταίω για όλα! Εγώ φταίω που τώρα είσαι τόσο λυπημένος! Θα έκανα τα πάντα για να σε δω και πάλι να χαμογελάς! Είχε δίκιο όμως ο Ρίκι! Είμαι ένα προσάναμμα…» είπε ο Ζάρης και ένιωσε την ουρά του να μαραζώνει.

Τότε ένας άνεμος πονηρός φύσηξε και πέταξε μακριά το σκουφί από το κεφάλι του Πέτρου. Ο Πέτρος ακούμπησε τον χαρταετό στο χώμα και έτρεξε να πιάσει τον σκούφο του!

Ένας δεύτερος άνεμος σκούντησε απαλά τον Ζάρη. Και ο Ζάρης αναθάρρησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, τέντωσε τα ζαρωμένα του ξύλα, φούντωσε την ουρά του και αφέθηκε στα χέρια του! Και πήγε ψηλά. Πολύ ψηλά! Τόσο ψηλά που έγινε ένα με όλους τους ανέμους. Και του φάνηκε πως είχαν χρώμα χρυσαφί!

Ο Πέτρος που δεν πίστευε στα μάτια του έτρεξε και έπιασε την άκρη της καλούμπας.

«Μπαμπά γρήγορα φέρε και την άλλη καλούμπα!»

Όλα τα παιδιά είχαν μαζευτεί γύρω από τον Πέτρο και ζητωκραύγαζαν.

Εκείνος ο λόφος δεν είχε ξαναδεί χαρταετό να πετάει τόσο ψηλά.

Και ο Ζάρης ένιωθε υπέροχα. Με τους κατάλληλους ελιγμούς κατάφερε να προσπεράσει όλους τους χαρταετούς. Και πλέον δεν τον ένοιαζε αν θα ξαναέπεφτε, γιατί τώρα ήξερε, πως ακόμα και αν πέσει, θα βρει την δύναμη να σηκωθεί και πάλι…

ΤΕΛΟΣ

Ειρήνη Ζογανά