Το πολύχρωμο παγκάκι της φιλίας

Γιατί τελειώνουν τόσο γρήγορα όλα τα ωραία; Τέρμα τα παιχνίδια στην θάλασσα και το παγωτό φιστικί. Ο μπαμπάς μου λέει ότι τρεις μήνες είναι αρκετοί και ότι είμαι αχόρταγος. Εγώ από την άλλη, μετρώ αντίστροφα τους μήνες για να έρθουν τα Χριστούγεννα. Και να ‘μαι τώρα πάλι στο σχολείο. Πόσο το βαριέμαι. Δεν με ενοχλούν τόσο τα πρωινά που τσακώνομαι με την μαμά μου για να ξυπνήσω. Αυτό έχει και λίγο πλάκα. Ούτε το διάβασμα. Αυτό που με ενοχλεί πιο πολύ είναι τα διαλείμματα. Είναι τόσο βαρετά όταν δεν έχεις φίλους.

Με τους συμμαθητές μου δεν ταιριάζω καθόλου. Αυτοί συνέχεια κυνηγάνε μια μπάλα και κάνουν πάντα σαματά. Και όσοι δεν κάνουν, ακολουθούν αυτούς που κάνουν.

Η μαμά επιμένει πως σίγουρα κάπου στο σχολείο θα υπάρχει κάποιο παιδί που ψάχνει για έναν φίλο σαν εμένα όπως και εγώ εκείνον και πως είναι απλά θέμα χρόνου να τον βρω. Αρκεί να έχω λέει τα μάτια μου ανοιχτά και πως… «όποιος ψάχνει…βρίσκει».

«Γιατί δεν δοκιμάζεις το παγκάκι της φιλίας;» μου είπε μια μέρα.

«Τι είναι αυτό;» την ρώτησα εγώ.
«Είναι το χρωματιστό παγκάκι που έβαλαν στην αυλή του σχολείου σου. Σε αυτό κάθονται τα παιδιά που δεν έχουν φίλους και με αυτόν τον τρόπο δηλώνουν ότι θα ήθελαν έναν.»

Πως τα ξέρει αυτά η μαμά μου ενώ εγώ που είμαι εκεί κάθε μέρα όχι; Θα μου πείτε, από που να τα μάθω. Μήπως μιλάω και με κανέναν; Όπως και να έχει η ιδέα της μου φάνηκε πολύ κακή. Εκείνη λέει ότι το παίζω «υπεράνω». Η αλήθεια όμως είναι ότι ντρέπομαι. Τι είμαι; Κανένας ζητιάνος φιλίας; Που και να ήθελα να κάτσω, θα έτρωγα τέτοιο δούλεμα από τους συμμαθητές μου που ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω.

Όσο όμως πέρναγαν οι μέρες, στα διαλλείματα που καθόμουν μόνος, το μάτι μου χωρίς να το θέλω, έπεφτε συνέχεια πάνω στο πολύχρωμο παγκάκι. Και είδα με τα ίδια μου τα μάτια, παιδιά να κάθονται εκεί και να κάνουν φίλους.

Και έτσι μια μέρα το πήρα απόφαση. Θα το δοκίμαζα και εγώ. Άλλωστε ένα παγκάκι σαν όλα τα άλλα ήταν. Μπορεί οι συμμαθητές μου να μην γνώριζαν καν πως δουλεύει όπως ούτε εγώ θα ήξερα αν δεν μου το εξηγούσε η μαμά. Όταν όμως έφτασε η Δευτέρα και χτύπησε το κουδούνι για το διάλειμμα, άρχισα να αγχώνομαι.
Φόρεσα την κουκούλα, έβαλα τα χέρια στις τσέπες και βγήκα στο προαύλιο.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα να το διασχίζω με κατεύθυνση προς το παγκάκι.
«Είμαι άνετος… Είμαι άνετος…» έλεγα από μέσα μου για να με ενθαρρύνω.
«Σου συμβαίνει τίποτα Πέτρο;» με σταμάτησε η δασκάλα μου η Άννα.
«Όχι κ. Άννα γιατί ρωτάτε;»
«Φαίνεσαι λιγάκι περίεργος.»
«Τι εννοείται κ. Άννα; Όχι, όλα είναι μια χαρά!» απάντησα και απομακρύνθηκα.
Ένιωσα να γίνομαι κόκκινος από ντροπή. Ωστόσο δεν το έβαλα κάτω.
Φτάνοντας στο παγκάκι, με μια ακροβατική κίνηση, πάτησα «κατά λάθος» το κορδόνι μου και εκείνο λύθηκε.
«Φτου λύθηκε το κορδόνι μου! Πρέπει να το δέσω!» είπα με φωνή που ακούστηκε πιο δυνατά από όσο ήθελα. Tην στιγμή όμως που πήγα να κάτσω στο παγκάκι δήθεν για να το δέσω…

«Συγνώμη Πέτρο που κάτσαμε στο παγκάκι σου! Κρίμα που δεν χωράς και εσύ για να γίνουμε φίλοι!» άκουσα την φωνή του Κώστα του συμμαθητή μου να μου λέει ειρωνικά.

Πως βρέθηκε ο Κώστας κι η υπόλοιπη παρέα του να κάθονται στο παγκάκι μου! Εεε εννοώ στο παγκάκι! Βλάκα Κώστα! Σίγουρα το έκανε επίτηδες για να γελάσει μαζί μου. Ο Κώστας ήταν ο «αρχηγός» της τάξης και φρόντιζε σε κάθε ευκαιρία να μου κάνει την ζωή δύσκολη. Όπως και τώρα καλή ώρα.

«Απλά..να..το κορδόνι μου ήθελα να δέσω!» είπα προσπαθώντας να δείχνω αδιάφορος.

Ο Κώστας ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Και μαζί και όλη η υπόλοιπη παρέα. Όλοι εκτός από την Μαιρούλα. Η Μαιρούλα είναι και εκείνη συμμαθήτρια μου και φίλη του Κώστα. Όμως ποτέ δεν γελάει με τις χαζομάρες που κάνει ο Κώστας για να γελάνε μαζί μου. Άλλωστε είναι και η μόνη που μου λέει καλημέρα τα πρωινά όταν με συναντάει στην τάξη. Εγώ όμως δεν της απαντάω ποτέ. Δεν μου αρέσει να με λυπούνται.

«Δεν ξαναπάω σχολείο!», είπα στην μαμά μου όταν γύρισε στο σπίτι από την δουλειά. Δεν ήθελα να της πω τι είχε συμβεί. Ντρεπόμουν. Δεν ήθελα κιόλας να την στεναχωρήσω. Επέμενε όμως και αναγκάστηκα να της μιλήσω.

«Μην είσαι χαζός! Είμαι σίγουρη πως μέχρι αύριο κανείς δεν θα το θυμάται.», μου απάντησε εκείνη.

Πόσο λάθος όμως έκανε και πάλι. Το πρώτο διάλειμμα της επόμενης κιόλας μέρας με βρήκε καθισμένο στο παγκάκι! Όχι.. δεν έκατσα από μόνος μου! Ο Κώστας με έπιασε από το μπράτσο και με έβαλε εκεί με το ζόρι!
«Κάτσε Πέτρο να γνωρίσεις φίλους. Μην ντρέπεσαι! Εμάς δηλαδή δεν μας θες για φίλους; Μήπως δεν είμαστε αρκετά σοβαροί για σένα;» μου έλεγε και γέλαγε σαν ηλίθιος.

Γύρισα στο σπίτι τρομερά θυμωμένος με την μαμά μου.
«Μυρίζεται τον φόβο σου!» μου είπε εκείνη.
«Μπα; Και τι είναι; Σκύλος και τον μυρίζεται;» είπα και βγήκα στον κήπο κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω μου.

«Κανείς δεν με καταλαβαίνει!» σκέφτηκα και ο θυμός μου φούντωσε ακόμα περισσότερο. Άνοιξα την αυλόπορτα χωρίς η μαμά του να το αντιληφθεί και άρχισα να περπατάω θολωμένος. Αχ και να ήξερα πολεμικές τέχνες. Τότε θα του έδειχνα εγώ του Κώστα.
Χωρίς να το αντιληφθώ τα βήματα μου με οδήγησαν έξω από το σχολείο μου. Το μάτι μου έπεσε αμέσως στο πολύχρωμο παγκάκι που βρισκόντανε στο προαύλιο. Τριγύρω δεν υπήρχε κανείς. Στριμώχτηκα τότε ανάμεσα από το λυγισμένο κάγκελο χώθηκα στην αυλή και έτρεξα με ταχύτητα προς αυτό.

«Είσαι η μεγαλύτερη βλακεία που έχω δει ποτέ στην ζωή μου», φώναξα και του έδωσα μια δυνατή κλωτσιά. Ούτε που θυμόμουν πόσο καιρό είχα να κλωτσήσω κάτι. Ούτε πόσο πολύ πονάει μια κλωτσιά. Έκατσα πάνω του κρατώντας το χτυπημένο μου πόδι και άρχισα να κλαίω. Δεν έφταιγε όμως μόνο ο πόνος στο πόδι αλλά και αυτός που ένιωθα μέσα μου.

Όταν σταμάτησα να κλαίω και ο θυμός μου είχε περάσει κοίταξα ήρεμος το πολύχρωμο παγκάκι. Στην συνέχεια κοίταξα τα υπόλοιπα τα συνηθισμένα που βρίσκονταν στην αυλή.

«Τι μου φταις και εσύ που σε μισώ. Μήπως και εσύ δεν είσαι διαφορετικό από τα υπόλοιπα παγκάκια; Εμείς οι δύο μοιάζουμε τελικά. Ίσως εσύ είσαι το μόνο που καταλαβαίνει πως νιώθω» είπα και ένιωσα ένα βάρος που είχα καιρό μέσα μου να φεύγει.
«Είσαι τόσο ξεχωριστό και όμορφο. Λυπάμαι που σε κλώτσησα» είπα και πήρα τον δρόμο για το σπίτι.

Την επόμενη μέρα μόλις χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα έτρεξα πρώτος στην αυλή για να προλάβω μια θέση στο παγκάκι. Το δικό μου παγκάκι. Όχι για να γνωρίσω φίλους. Περίμενα την αντίδραση του Κώστα. Που δεν άργησε φυσικά να έρθει.

«Φαίνεται πως βρήκες την θέση σου!» μου είπε και πάλι ειρωνικά.
«Ναι και μου αρέσει πολύ!» του απάντησα με σιγουριά. Εκείνος με κοίταξε για λίγο παραξενεμένος, και αφού κούνησε το κεφάλι του με μια ηλίθια γκριμάτσα στο πρόσωπο του έφυγε.

«Αυτό ήταν όλο;» είπα σχεδόν απογοητευμένος.
«Σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει τελικά ε;» άκουσα μια φωνή από πίσω μου. Τι δουλειά είχε η μαμά μου στο σχολείο τέτοια ώρα; Και τι μανία είναι αυτή τελευταία με τους σκύλους;
Γύρισα όμως και είδα πως ήταν η Μαιρούλα.

«Έτσι φαίνεται.», απάντησα γελώντας.
«Μπορώ να κάτσω; Άλλωστε είναι και δικό μου το παγκάκι αυτό.».
«Δικό σου; Μα εσύ έχεις φίλους.», απάντησα έκπληκτος.
«Δεν μου ταιριάζουν. Δεν ήθελα όμως να μείνω χωρίς παρέα. Το να διαφέρεις θέλει δύναμη κι εγώ δεν είμαι δυνατή όπως εσύ!» είπε και έκατσε δίπλα μου.
Εκείνη την στιγμή ένιωσα να φουσκώνω από περηφάνια.
«Θες σταφύλι;» της είπα τείνοντας το χέρι με το ταπερ προς το μέρος της.
«Φυσικά! Λατρεύω τα σταφύλια!», μου απάντησε εκείνη.
«Όποιος ψάχνει…βρίσκει» θυμήθηκα τα λόγια της μαμάς μου και χαμογέλασα.

Και από τότε η Μαιρούλα και εγώ γίναμε κολλητοί. Και το σχολείο πια δεν είναι βαρετό. Και σύντομα πιστεύω πως θα μεγαλώσει και άλλο η παρέα μας. Και ο Κώστας και οι υπόλοιποι ως δια μαγείας σταμάτησαν να με ενοχλούν. Μάλλον επειδή δεν υπήρχε πια κάποιος φόβος να μυρίσουν.

Ειρήνη Ζογανά