Διακοπές... αδιάκοπες...

Στον ήρεμο βυθό της θάλασσας, με τα υπέροχα κρυστάλλινα νερά, ένα σύννεφο άμμου σηκώθηκε. Κάτι περίεργο συνέβαινε. Μια φήμη κυκλοφορούσε από τις θαλάσσιες γλώσσες πως τα πλάσματα του βυθού ετοιμάζονταν για διακοπές. Τι διακοπές; Αυτά κάνουν όλο τον χρόνο διακοπές.

«Ποιος είπε πως κάνουμε όλο το χρόνο διακοπές; Έχουν δει ποτέ κάποιο θαλάσσιο πλάσμα ξαπλωμένο σε φουσκωτό να πίνει κοκτέιλ; Ή έστω να αλείβεται με αντηλιακό για να μην καεί από τον ήλιο;» είπε θυμωμένος ο Όκτο το χταπόδι.

«Με φαντάζεσαι εμένα να βάζω αντιηλιακό και τα λέπια μου να αλλάζουνε φορά και χρώμα σαν τις παγιέτες;» γέλασε η Σίνι, η συναγρίδα.

«Σοβαρέψου, μικρή. Δεν έχω διάθεση για αστεία».

«Μα τι σου συμβαίνει Όκτο; Πρώτη φορά σε βλέπω τόσο αναστατωμένο».

«Δεν ξέρω Σίνι. Το βράδυ είδα ένα απαίσιο όνειρο και ξύπνησα με άσχημο προαίσθημα. Θα ήθελα να σου ζητήσω να είσαι ιδιαίτερα προσεκτική σήμερα».

«Με τρομάζεις! Τι όνειρο είδες;»

«Να, ήταν σαν να… κοιμόσουν… χωρίς να… ροχαλίζεις όμως».

«Αυτό δεν είναι όνειρο είναι εφιάλτης. Όλοι το ξέρουν πως εγώ πάντα ροχαλίζω».

«Ξύπνησα τόσο τρομαγμένος που οι βεντούζες μου είχαν κρυφτεί στο σώμα μου!» της είπε φανερά ταραγμένος.

Η Σίνι σιώπησε για λίγο, στα αυτιά της έφταναν κάτι περίεργες φωνές.

«Μα τι φασαρία είναι αυτή; Τι έπαθαν πάλι τα μουρμούρια. Για στάσου λίγο να ακούσουμε τι λένε».

«…αρα …ναρα… αναρα… αγιοναρα..»

«Αγκινάρα;»

«Ποια αγκινάρα! Σαγιονάρα λένε! Κουφή είσαι;»

«Σαγιονάρα; Το αντίο στα γιαπωνέζικα;»

«Εκτός από κουφή είσαι και στραβή! Δεν βλέπεις κοτζάμ μαύρη σαγιονάρα πετάμενη στον βυθό;»

«ΣΑΓΙΟΝΑΡΑΑΑΑ; Πάλι; Πού;» είπε η Σίνι τρομαγμένη.

Πολύ σύντομα όλα τα πλάσματα της θαλάσσιας περιοχής είχαν μαζευτεί γύρω από την πεταμένη σαγιονάρα.

«Κάντε άκρη. Καθαρίζουμε εμείς!» είπαν τα μύδια.

«Είσαστε με τα καλά σας; Σας μοιάζει αυτό για μικροπλαστικό;»

«Φαστ φουντ!» είπαν ενθουσιασμένα τα μικρά καρχαριάκια που βάλθηκαν να την δαγκώνουν με μανία.

«Φύγετε μικρά ανόητα ψαράκια! Πότε θα μάθετε να ξεχωρίζετε την κανονική τροφή από τα σκουπίδια;» είπε ο Όκτο εκνευρισμένος.

«Ηρεμήστε όλοι!» φώναξε η Σίνι. «Αρχικά πρέπει να ανακαλύψουμε τον ένοχο!»

«Εγώ υποψιάζομαι ποιος είναι. Σκέφτεστε και εσείς αυτό που σκέφτομαι;» είπε ο Όκτο κρατώντας με αηδία την σαγιονάρα με τα δυο του πλοκάμια.

«Ποιος άλλος! Εκείνος ο πιτσιρίκος… ο ζαβολιάρης… ο Θανάσης! Κόβω το κεφάλι μου!» είπε ο Κέφο το Κεφαλόπουλο χωρίς δεύτερη σκέψη.

«Έχεις δίκιο Κέφο. Πριν λίγο είδα με τα ίδια μου τα μάτια τον Θανάση να πλατσουρίζει με τα καινούργια του παπούτσια θαλάσσης» είπε ο Σπάρος το σπαράκι.

«Α τον γλυκό μου… Πάντα τον ενοχλούσε τον καημένο η διχάλα της σαγιονάρας. Μάλλον την ξεφορτώθηκε για να του πάρουν οι γονείς του καινούργια παπούτσια, χωρίς διχάλα!» συμπέρανε η Σίνι.

«Και έπρεπε να την πετάξει στο σπίτι μας; Τι νομίζει ότι είναι η θάλασσα; Σκουπιδότοπος; Είναι απαράδεκτος! Και σταμάτα να τον δικαιολογείς γιατί με εκνευρίζεις!» είπε ο Ξίφις ο ξιφίας που καιρό τώρα τον είχε άχτι.

«Τις προάλλες μας τάιζε δήθεν με ψωμοτύρι που τελικά ήταν μασημένη τσίχλα με γεύση αναψυκτικού. Είδαμε και πάθαμε να κάνουμε θαλασσοπλύση στομάχου στον Κέφο! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Κέφο εθίστηκε στην γεύση της και τώρα θέλει να δοκιμάσει λέει και το αναψυκτικό. Ο Θανάσης πρέπει να τιμωρηθεί! Η υπομονή έχει και τα όρια της!» είπε ο Όκτο.

«Και τι μπορούμε να κάνουμε; Έχουμε δοκιμάσει τα πάντα! Ο Θανάσης είναι ανίκητος».

«Όταν του τσιμπάμε τις πληγές στα πόδια, αυτός τις καλύπτει με χανζαπλάστ!» είπαν τα σπαράκια.

«Και όταν θέλουμε να τον τρομάξουμε, μας πυροβολεί με το νεροπίστολο του» είπαν οι τσούχτρες.

«Και σήμερα ο πονηρός είδατε που ήρθε με κλειστά παπούτσια θαλάσσης;» είπαν οι αχινοί.

«Μην ανησυχείτε. Τον τακτοποίησα εγώ» είπε ο Κάβο το καβούρι κρατώντας στις δαγκάνες του ένα κλειστό παπούτσι θαλάσσης. «Του το πήρα την στιγμή που τα είχε βγάλει για να θάψει τα πόδια του στην άμμο. Ξυπόλητος θα φύγει σήμερα από την παραλία!» είπε και ξέσπασε σε γέλια.

«Ωχ!, κρυφτείτε! Έρχεται ο Θανάσης!» είπαν οι γόπες.

«Βλέπω γυμνή πατούσα! Ορμήστε του!» είπαν οι αχινοί.

«Ιιιιιιιιι… Ήρθε να πάρει την πεταμένη σαγιονάρα ο πονηρός επειδή του έκρυψα το καινούργιο του παπούτσι!» είπε απογοητευμένος ο Κάβο. «Τελικά δεν θα φύγει ξυπόλητος».

«Μα είναι παλαβός τελείως; Θα φοράει διαφορετικό παπούτσι στο κάθε πόδι;»

«Σας τα είπαμε εμείς. Ο Θανάσης είναι ανίκητος!»

«Μην σκάτε. Έχω πάρει ήδη την απόφασή μου» είπε ο Όκτο με δυνατή φωνή. «Οι διακοπές των ανθρώπων είναι μια κόλαση για εμάς. Παντού πλαστικά και σκουπίδια. Ένας αργός θάνατος. Το μόνο που με παρηγορεί είναι τα αμέτρητα λέπια που τους πετάμε στον νεροχύτη κάθε φορά που μας καθαρίζουν! Και η μπόχα που αφήνουμε είτε ωμά είτε ψημένα. Η λύση είναι μία. Θα μετακομίσουμε! Θα πάμε σε ένα μέρος άνθρωπος να μην υπάρχει! Ούτε νέος ούτε γέρος! Μόνο να είμαστε μονάχοι! Και θα μείνουμε εκεί για πάντα! Διακοπές εκείνοι; Διακοπές και εμείς. Και μάλιστα αδιάκοπες!»

«Γνωρίζω μια τέτοια παραλία που είναι προστατευμένη από τους ανθρώπους! Λέγεται Κατόκου και βρίσκεται στην Ιαπωνία. Μπορούμε να πάμε εκεί!» είπε ο Ξίφις.

«Αχ καταπληκτική ιδέα! Και γνωρίζω ήδη γιαπωνέζικα» είπε η Σίνι με ενθουσιασμό.

«Άσε τις σαχλαμάρες Σίνι. Μόνο το σαγιονάρα ξέρεις να λες» της απάντησε ο Όκτο.

«Κάνεις λάθος! Και στο εξής παρακαλώ να με φωνάζεις Σίνι–Ναναμί που είναι το όνομα μου στα γιαπωνέζικα και σημαίνει η Σίνι των επτά θαλασσών».

«Και θα αφήσουμε άνεργους τους ψαράδες και τα παιδάκια χωρίς ωμέγα-3 λιπαρά;» προβληματίστηκε ο Σολώμ ο Σολωμός που ήταν ο σοφός της παρέας.

«Δεν με νοιάζει. Ας πρόσεχαν. Η απόφαση μου είναι οριστική. Φεύγουμε… χθες κιόλας» φώναξε ο Όκτο.

«Τέλεια! Πάω να μαζέψω τα πράγματα μου» είπε η Άθι η αθερίνα.

«Πολλές ταινίες βλέπεις Άθι. Δεν έχεις πράγματα. Το μόνο πράγμα που θα πάρουμε μαζί μας είναι το απαίσιο παπούτσι του Θανάση. Να το στήσουμε στο νέο μας σπιτικό να μας θυμίζει τους λόγους που αναγκαστήκαμε να φύγουμε από την πατρίδα. Και αυτό θα το αναλάβουν τα καβούρια».

«Αρνούμαστε! Το παπούτσι αυτό μυρίζει ποδαρίλα!» είπαν τα καβούρια αγανακτισμένα.

«Γιατί πρέπει να μου κάνετε την ζωή δύσκολη πάντα; Και αυτό τι θα το κάνω;», είπε εξοργισμένος ο Όκτο κρατώντας το παπούτσι με τα δυο του πλοκάμια, αλλά απάντηση δεν πήρε.

Η αναχώρηση οργανώθηκε με ενθουσιασμό. Όλα τα θαλάσσια πλάσματα της περιοχής, μέχρι το μεσημέρι, είχαν συνταχτεί ανά ομάδες προς αναχώρηση. Περιχαρής ο Θανάσης κολυμπούσε ανενόχλητος και ανυποψίαστος για αυτό που είχε προκαλέσει, όταν ένα παπούτσι θαλάσσης ήρθε ξαφνικά στο κεφάλι του.

«Μα αυτό είναι το χαμένο μου παπούτσι!» είπε ξαφνιασμένος.

«Σιγά μην είναι και το γοβάκι της Σταχτοπούτας! Πάρτο μην στο χρωστάω και από πάνω!» είπε από μέσα του ο Όκτο που είχε μείνει τελευταίος αποχαιρετώντας με πίκρα το σπιτικό του.

«Οπότε αυτό δεν το χρειάζομαι πλέον» είπε χαρούμενος ο Θανάσης και ξαναπέταξε τη σαγιονάρα του στην θάλασσα.

Έξαλλες έγιναν οι σουπιές που παρακολούθησαν την σκηνή από μακριά και αποφάσισαν να αφήσουν ένα τελευταίο μήνυμα.

«ΣΑΓΙΟΝΑΡΑ» έγραψαν με το μελάνι τους στην επιφάνεια της θάλασσας.

Πετρελαιοκηλίδα νόμιζαν αρχικά οι λουόμενοι της παραλίας που είδαν ξαφνικά την θάλασσα να γίνεται μαύρη. Στην συνέχεια κατάλαβαν πως επρόκειτο για μελάνι σουπιάς.

Το μήνυμα δεν άργησε να κυκλοφορήσει σε όλον τον κόσμο. Κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι μπορεί να σήμαινε και όσο περνούσαν οι μέρες τόσο μελάνιαζε η θάλασσα από τις ενωμένες σουπιές όλου του θαλάσσιου κόσμου.

Τρεις μέρες μετά, στο μεσημεριανό τραπέζι ο πατέρας του Θανάση ήταν θλιμμένος.

«Τα τελευταία ψάρια» είπε με σκυμμένο το κεφάλι. «Ούτε λέπι δεν έπιασα σήμερα στα δίχτυα μου. Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει».

«Τέλεια» είπε ο Θανάσης χαρούμενος που το ψάρι δεν ήταν στις αγαπημένες του επιλογές.

Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει την κουβέντα του όταν ξαφνικά τον έπιασε βήχας.

«Μικρέ, άσε τις σαχλαμάρες. Θα φας το ψάρι σου θες δεν θες».

Ο Θανάσης όμως συνέχισε να βήχει σαν τρελός. Έκανε να σηκωθεί από το τραπέζι όταν σωριάστηκε κάτω κατάχλομος χάνοντας τις αισθήσεις του.

«Το παιδί πνίγεται!» άρχισε να φωνάζει η μαμά του. Με την πτώση όμως, για καλή του τύχη, απελευθερώθηκε από τον φάρυγγα του αυτό που τον έπνιγε.

«Μα τι στην ευχή είναι αυτό; Ένα κομμάτι πλαστικής σακούλας;» είπε η μαμά του.

«Μάλλον ήταν στο ψάρι. Τυχαίνει κάποιες φορές να καταπίνουν τα ψάρια τα σκουπίδια που βρίσκουν στον βυθό. Και φυσικά δεν μένουν και για πολύ καιρό ζωντανά με αυτό στο στομάχι τους» , είπε με λύπη ο μπαμπάς του.

Το βράδυ εκείνο ο ύπνος του Θανάση ήταν ανήσυχος. Τις λίγες στιγμές που κατάφερε να κοιμηθεί έβλεπε εφιάλτες με φάλαινες που κατάπιναν πλαστικές σακούλες που βούλωναν τον φυσητήρα και οι φάλαινες γίνονταν σαν μπαλόνια μέχρι που σκάγανε.

Την επόμενη μέρα το πρωί έβαλε ψωμοτύρι στις τσέπες του και έτρεξε γρήγορα στην
παραλία. Με κάποιο τρόπο ήθελε να ζητήσει συγνώμη από τα ψάρια για την ταλαιπωρία που τους είχε προκαλέσει. Όπως είχε πει όμως και ο μπαμπάς του δεν κατάφερε να βρει ούτε λέπι. Ερημιά παντού. Ούτε ψάρια, ούτε αχινοί, ούτε καβούρια, ούτε γλάροι.

«Κάπως έτσι θα πρέπει να μοιάζει και η νεκρά θάλασσα» σκέφτηκε με λύπη.

Και ενώ κανείς δεν γνώριζε τι είχε συμβεί, εκείνος ήξερε ποια ήταν η αλήθεια. Το μήνυμα που άφησαν οι σουπιές ήταν ξεκάθαρο. Ήταν σίγουρος πως μιλούσαν για τη δική του μαύρη σαγιονάρα.

Γύρισε σπίτι απογοητευμένος. Δεν το έβαλε όμως κάτω. Συνέχισε να πηγαίνει στην παραλία κάθε μέρα ψάχνοντας να βρει ίχνη από θαλάσσια ζωή ενώ παράλληλα καθάριζε την παραλία και την θάλασσα από τις βρωμιές. Μέχρι και τις γόπες από τα αποτσίγαρα μάζευε.

«Θα έρθω μαζί σου για ψάρεμα» είπε μια μέρα στον μπαμπά του ο οποίος συνέχιζε να βγαίνει στα ανοιχτά με την ψαρόβαρκα με την ελπίδα ότι κάποιο θαύμα μπορεί να συμβεί.

Στο μεταξύ το σχέδιο «Αδιάκοπες Διακοπές» του Όκτο αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση. Τα μύδια και τα στρείδια καθυστερούσαν πολύ στην μετακίνηση. Οι αχινοί και οι αστερίες το ίδιο. Οι λαίμαργες γόπες σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι για φαΐ. Τα πλοκάμια του Όκτο από το στρες κουνιόνταν ανεξέλεγκτα δίνοντας συνεχώς λάθος κατευθύνσεις. Και τα καβούρια που προχωρούσαν λοξά έχαναν συνέχεια τον δρόμο τους. Ένα κουβάρι είχαν γίνει όλοι. Και δεν έφταναν όλα αυτά, η Σίνι σε κάθε στροφή που έπαιρναν, χάνονταν ανάμεσα στα πολύχρωμα κοράλλια του βυθού, αφού ούτε έβλεπε ούτε άκουγε καλά. Και η Άθι κάθε τρεις και λίγο ρώταγε τον Όκτο: «Έχουμε πολύ ακόμα Μπαμπά-Όκτο;»

«Σίνι, κλείσε της το στόμα γιατί δεν την αντέχω άλλο!» φώναξε την πέμπτη φορά έξαλλος ο Όκτο και συνέχισε «Σίνι; Σίνι – Ναναμί; Που χάθηκε πάλι αυτή η παλαβή;»

«Μην αγχώνεσαι Όκτο. Όπου να ναι θα φανεί όπως πάντα».

Όμως η Σίνι δεν έλεγε να εμφανιστεί. Ο τόνος και η παλαμίδα ως οι γρήγοροι της παρέας ανέλαβαν να την βρουν. Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και ο τόνος επέστρεψε μόνος λέγοντας με τόνο σοβαρό:

«Έχουμε πρόβλημα. Η Σίνι δεν βρέθηκε πουθενά και επιπλέον βρήκα και αυτό.» είπε δείχνοντας ένα παπούτσι θαλάσσης που έμοιαζε με του Θανάση.

«Να δείτε ότι πίσω από την εξαφάνιση της Σίνι κρύβεται πάλι αυτός», είπε με καχυποψία ο Ξίφις.

«Μα τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια να το φοράει όταν του το πέταξα στο κεφάλι. Πώς βρέθηκε παρατημένο;» είπε απορημένος ο Οκτο.

«Φαίνεται παλεύοντας με την Σίνι θα του βγήκε. Τι με κοιτάτε έτσι; Ξέρει και σούμο η Σίνι, δεν το ξέρατε; Άλλωστε η μαμά του Θανάση, το αγόρασε δυο νούμερα μεγαλύτερο το παπούτσι για να μπορεί να το φοράει και του χρόνου» είπε η Σάρα η σαρδέλα που φημίζονταν για την παρατηρητικότητα της.

«Μα μέχρι και εδώ μας κυνηγάει; Τι εμμονή είναι αυτή που έχει μαζί μας;»

«Εεε η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε απομακρυνθεί και τόοοοσο πολύ από το σπίτι μας. Τα πάντα ρει..εκτός από εμάς φαίνεται» , παρατήρησε ο Σολωμ.

«Έπρεπε να τον είχα καρφώσει σαν σουβλάκι από την αρχή» είπε έξαλλος ο Ξίφις. «Αλλά δεν με άφηνε η Σίνι βλέπεις… Είναι απλά παιδί Ξίφι… Είναι καλό παιδί στο βάθος Ξίφι… Μην είσαι τόσο οξύθυμος Ξίφι … Ανόητη Σίνι. Τι κατάλαβες;»

Είχε τόσο τρυφερή καρδιά η Σίνι που χωρούσε όλον τον κόσμο μέσα. Και τον θαλάσσιο και τον γήινο. Και αν και μικροκαμωμένη ήταν η μόνη που κατάφερνε να ηρεμεί τον Ξίφι όταν ο θυμός του έκανε το ρύγχος του να κινείται ανεξέλεγκτα αριστερά και δεξιά σαν πριόνι.

Αυτά σκεφτόταν και ο θυμός του φούντωνε όλο και περισσότερο. Σαν παλαβός έσκιζε το νερό. Όποιος της είχε πειράξει έστω και ένα λέπι δεν θα προλάβαινε… ούτε να το μετανιώσει!

Δεν άργησε πολύ να δει τον Θανάση στον βυθό της θάλασσας από μακριά. Το ένα παπούτσι του πράγματι έλειπε.

Το μάτι του θόλωσε. Άρχισε να κατευθύνεται προς την μεριά του με μεγάλη ταχύτητα. Εκείνος έχοντας γυρισμένη την πλάτη του ούτε που υποψιάζονταν τι τον περίμενε.

Ήταν μόλις σε απόσταση ενός εκατοστού το ρύγχος του από την πλάτη του Θανάση όταν πετάχτηκε η Σίνι ολοζώντανη και έντρομη μπροστά του.

«Μη Ξίφι στάσου! Να σου εξηγήσω! Ο Θανάσης με έσωσε από το παραγάδι που πιάστηκα σαν κορόιδο!»

«Τι; Πως; Μα εσύ Σίνι ήσουν πάντα προσεχτική. Σίγουρα μου λες την αλήθεια;»

«Τα θαλάσσια ρεύματα με παρέσυραν και με έφεραν ως εδώ. Χαίρομαι όμως γιατί έτσι μπόρεσα και γνώρισα και από κοντά τον Θανάση».

«Ο ψαράς θα έχει μια δυσάρεστη έκπληξη όταν ανεβάσει το παραγάδι του» είπε ο Θανάσης καθώς είχε μπερδέψει το παράνομο παραγάδι σε κόμπο γύρω από το άλλο του παπούτσι.

«Τα βλέπεις Ξίφι; Ο Θανάσης είναι το καλύτερο παιδί απλά λίγο σκανδαλιάρικο. Σαν εσένα που όταν ήσουν μικρός παρίστανες πως ήσουν ένα πεινασμένο κουνούπι, θυμάσαι; Σουρωτήρι μας είχες κάνει όλους».

Ο Ξίφις χαμογέλασε και πήρε την Σίνι αγκαλιά.

«Τέλος καλό όλα καλά όπως θα έλεγες και εσύ Άθι. Ευχαριστούμε Θανάση που έσωσες την φίλη μας. Και ελπίζω να κρατήσεις την υπόσχεση σου ότι θα προσέχεις την παραλία μας στο εξής» είπε ο Όκτο όταν επέστρεψαν και πάλι στην πατρίδα τους, αν και εδώ που τα λέμε δεν είχαν απομακρυνθεί καθόλου.

«Μα και βέβαια. Άλλωστε δεν είναι μόνο δική σας η παραλία. Είναι και δική μου», είπε ο Θανάσης με περηφάνεια.

«αρα… αρα… αρααααα…», άρχισαν να φωνάζουν πάλι τα μουρμούρια.

«Σαγιονάρα; Πάλι; Μα ποιος;»

«Έλεος! Η αδερφή του Θανάση!»

«Τι να πω… Φαίνεται είμαι το πρότυπο της!», είπε ο Θανάσης χαμογελώντας κόκκινος από ντροπή.

Από εκείνη την ημέρα επισκέπτονταν καθημερινά την παραλία για την οποία ένιωθε πλέον υπεύθυνος. Και λίγα χρόνια αργότερα, όταν πια μεγάλωσε για τα καλά, ίδρυσε μια δική του εταιρεία υπεύθυνη για τη θαλάσσια προστασία και την ονόμασε
Ο.Σ.Κ.Π.Σ.Θ.Κ.Α (Όχι σαγιονάρες και πλαστικά σε θάλασσες και ακτές.).

Τέλος
Ειρήνη Ζογανά