
Το επιτραπέζιο κουδούνι που αγόρασε η μαμά Νίτσα εκείνο το πρωινό του Σαββάτου από το αγαπημένο της παλαιοπωλείο, για να μπορεί να ξυπνάει τον Επαμεινώντα, ήταν και αυτό, ένα κουδούνι σαν όλα τα άλλα. Τουλάχιστον έτσι έμοιαζε.
Ξέρετε ποιον Επαμεινώνδα. Τον γνωστό Επαμεινώνδα, που πάντα φτάνει τελευταίος στην τάξη αφού δεν μπορεί να ξυπνήσει ούτε με κανόνια! Και πως να ξυπνήσει, αφού κάθεται μέχρι αργά στον υπολογιστή και παίζει παιχνίδια.
«Τι να σου κάνει το κουδούνι Νίτσα μου; Ρίξε εκεί ένα ποτήρι νερό στο πρόσωπό του να δεις πως θα ξυπνήσει!», είπε η φίλη της η Κικίτσα μόλις το είδε.
«Νομίζεις ότι δεν το έχω κάνει; Ούτε αυτό πιάνει. Και πρέπει να αλλάζω και σεντόνια μετά.»
Τώρα γιατί η μαμά Νίτσα πίστεψε ότι το κουδούνι αυτό θα έκανε την διαφορά;
Ποιος ξέρει. Οι μανάδες κάνουνε διάφορα πάνω στην απελπισία τους.
Έτσι και εκείνη την ημέρα. Δευτέρα πρωί και έπρεπε να ξυπνήσει τον Νώντα για να πάει στο σχολείο. Με σιγουριά πάτησε το κουμπί στο πάνω μέρος του κουδουνιού. Αντί να ξυπνήσει όμως εκείνος, αποκοιμήθηκε εκείνη στην στιγμή.
Ξύπνησε 2 ώρες αργότερα και το χέρι της βρίσκονταν ακόμα στο ίδιο σημείο. Έμεινε να κοιτάζει το κουδούνι με απορία.
«Αυτό δεν είναι κουδούνι! Αυτό είναι ξεκούδουνο! Το Σάββατο θα το επιστρέψω πίσω.», σκέφτηκε.
«Η μήπως όχι;» αναρωτήθηκε καθώς της ήρθε μια ιδέα πονηρή.
Έτσι, σαν έφτασε το βράδυ, πλησίασε τον Νώντα να του δείξει τάχα μου ένα ωραίο δώρο που του είχε αγοράσει. Εκείνος φυσικά πάτησε αμέσως το κουμπί και πριν προλάβει να γυρίσει το κεφάλι του και πάλι στον υπολογιστή βρέθηκε να κοιμάται πάνω στο πληκτρολόγιο του.
Το πρωινό ξύπνημα την επομένη ήταν απλή υπόθεση αφού είχε χορτάσει ύπνο.
Η μαμά Νίτσα ήταν τρισευτυχισμένη. Όταν όμως έφτασε και πάλι το βράδυ, το ξεκούδουνο είχε εξαφανιστεί. Μήπως το είχε ονειρευτεί; Μήπως είχε αυτοκαταστραφεί; Δεν ήξερε τι να βάλει με το νου της, όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
«Τα έμαθες Νίτσα μου τι έγινε σήμερα στο σχολείο; Την ώρα που τα παιδιά μας έγραφαν το διαγώνισμα τον καθηγητή τον πήρε ο ύπνος. Ο δικός μου ξεδιάντροπα πανηγύριζε πως έγραψε για 20!»
Όλο το βράδυ η μαμά Νίτσα δεν κατάφερε να κλείσει μάτι.
Πρωί πρωί ρώτησε δήθεν αδιάφορα τον Επαμεινώνδα αν ήξερε που βρισκόταν το δωράκι της και εκείνος δήθεν αδιάφορα απάντησε πως δεν είχε ιδέα. Κανείς δεν τόλμησε να πει τίποτα παραπάνω. Αποφάσισε τότε να συνοδεύσει τον γιο της στο σχολείο για να «ενημερωθεί» για την απόδοση του.
«Αν εξαιρέσετε το γεγονός ότι αργεί τα πρωινά κατά τα άλλα είναι καλός μαθητής. Ψάχνεται τίποτα κ. Νίτσα μου; Σας βλέπω λίγο ανήσυχη.»
Μήπως είχε καταλάβει ο κ. Καθηγητής τι ήταν αυτό που έψαχνε; Και εάν ναι γιατί δεν της είχε πει κάτι; Και που βρισκόταν τελικά το ξεκούδουνο;
Οι μέρες περνούσαν και για έναν «περίεργο» λόγο κάθε που έγραφαν διαγώνισμα οι καθηγητές κοιμόντουσαν.
«Τι σου συμβαίνει Νίτσα μου. Μέσα στα νεύρα είσαι τελευταία. Παραμιλάς, δεν κοιμάσαι, δεν τρως και όλα σου φταίνε! » της είπε μια μέρα έξαλλος ο κ. Λάκης ο άντρας της.
Δεν άντεξε άλλο και μπήκε με φόρα στο δωμάτιο του Επαμεινώνδα.
«Έτσι και μας ανακαλύψουν θα πάμε φυλακή» του είπε.
Εκείνος όμως επέμεινε ότι δεν ήξερε για ποιο πράγμα του μιλούσε.
Από εκείνην την ημέρα όμως σταμάτησαν να συμβαίνουν περίεργα στο σχολείο.
Φαίνεται ο Επαμεινώνδας φοβήθηκε μην βρει μπελά.
Το ξεκούδουνο όμως δεν σταμάτησε τις βόλτες του αφού από στόμα σε στόμα μαθαίνονταν το μυστικό του και άλλαζε ιδιοκτήτη. Και η Νίτσα τα μάθαινε όλα αφού ήταν μικρός ο τόπος τους και η κ. Κικίτσα ήταν μεγάλη κουτσομπόλα.
«Την μια ήταν η στριμμένη η μαμά του Γεωργάκη, στην συνέχεια ο αυταρχικός μπαμπάς της Ελενίτσας και τέλος η καταπιεστική γυναίκα του κυρ – Μπάμπη. Άλλα πρέπει να σε αφήσω τώρα για να πάω να μαγειρέψω. Χρόνια σου πολλά και πάλι Νίτσα μου».
«Μη χειρότερα» είπε η μαμά Νίτσα και σωριάστηκε στον καναπέ κλείνοντας το τηλέφωνο. Άρχισε να κλαίει με απελπισία όταν μπήκε ο άντρας της μέσα.
«Χρόνια σου πολλά Νιτσάκι μου. Σου πήρα ένα μικρό δωράκι λόγω της ημέρας!», είπε ο κ. Λάκης ο άντρας της με ύφος ένοχο και κόκκινα μάγουλα.
Μόλις η μαμά Νίτσα άνοιξε το δωράκι της και είδε πως μέσα βρίσκονταν το ξεκούδουνο δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να στεναχωρηθεί.
Το πήρε και το πέταξε όσο ποιο μακριά γινόταν στην κοντινή λίμνη του χωριού.
Από τότε η μαμά Νίτσα ηρέμησε αλλά όχι και ο κ. Λάκης αφού εκείνη έκανε ένα μήνα να του ξαναμιλήσει.
ΤΕΛΟΣ
Ειρηνη Ζογανα