«Είμαι μια μαϊμού μικρή
και αγαπώ την μουσική.
Άμα τρώω και φασολάδα,
οι νότες φεύγουνε αράδα.
Και ντο και ρε και λα και μι
και ελάτε πάμε όλοι μαζί!»
«Άς τις σάχλες βρε μαϊμού.
Είσαι πάλι αλλού νταλού.
Άμα θες να ξεχωρίσεις,
βγες στο δάσος να βοηθήσεις.
Όλοι εδώ κάτι προσφέρουν
μα με σένα υποφέρουν.
Ο λαγός μας ο καλός
είναι πρώτος κηπουρός.
Το τριζόνι κάθε βραδύ
μας κοιμίζει σαν με χάδι.
Η κουκουβάγια η σοφή
είναι μάνα και αδερφή.
Και αν μιλάς για μουσική
το τζιτζίκι τι να πει!
Και ο καλός μας ο ασβός
είναι και εκείνος βροντερός.
Και η λίστα μεγαλώνει.
Μήπως όμως σε πληγώνει;»
«Ως εδώ και μην παρέκει.
Τώρα ο λόγος σου δεν στέκει.
Ο καλός μας ο ασβός,
είναι τζούφιος, βρωμερός.
Και από την άλλη το τζιτζίκι,
το χειμώνα αραλίκι.
Φεύγω τώρα αλεπού.
Τράβα να τα πεις αλλού.»
Το κεφάλι έχει ψηλά
και στο δέντρο σταματά.
Σκαρφαλώνει όσο δεν πάει
και σε κλάματα ξεσπάει.
«Τι να κάνω η καημένη,
που δεν είμαι προικισμένη.
Εδώ θα μείνω και ας πεθάνω.
Τι ζωή τι να την κάνω;»
Ξάφνου βλέπει μακριά,
μαύρο λύκο στην σκιά.
Τα ζωάκια ευτυχισμένα
στην λιμνούλα μαζεμένα.
Τα δόντια ο λύκος ακονίζει,
κι η κοιλιά του γουργουρίζει.
Η μαϊμού μας τρομαγμένη,
«ΤΡΕΞΤΕΕΕΕ»… μα φωνή δεν βγαίνει!
Από το κλάμα το πολύ
η φωνή είναι βραχνή.
«Άμα τρέξω θα προλάβω;
Τι να κάνω; Τι να κάνω;»
Τότε ήρθε στο μυαλό της,
μια ιδέα τρομερή.
Σφίγγει αμέσως τον ποπό της
και ο ήχος αντηχεί.
Τα ζωάκια τρομαγμένα,
γύρω ολόγυρα κοιτούν.
Μαύρο λύκο αντικρύζουν,
και απάνω του ορμούν.
Από το ξύλο το πολύ,
φεύγει ο λύκος στην στιγμή,
«Τι ντροπή! Μα τι ντροπή!
Θα πεθάνω αν μαθευτεί!»
Τα ζωάκια ευτυχισμένα,γύρω από την μαϊμού πηδούν.«Αν δεν είχαμε και εσένα,τώρα θα είμασταν… αλλού!»
Θρόνο φτιάχνουν στην στιγμή,σε ιτιάς ψηλή κορφή. Η μαϊμού να τους προσέχει. Και το δάσος… να μην ζέχνει.
Και από εκείνη την ημέρα,η καλή μας η μαϊμού,βρήκε την δική της θέση,και σε όλους πια αρέσει.
Πρίτσι πρίτσι προύτσου πρικαι ντο και ρε και λα και μικαι ελάτε πάμε όλοι μαζί.Το πάρτι εκεί έχει αρχίσει,το δάσος όλο θα βρωμίσει.
Ειρήνη Ζογανά