Λείπει ο γάτος χορεύουν τα ποντίκια

Από το αρχοντικό σπίτι της οδού Σεφέρη 20 δεν έλειπε τίποτα. Η γιαγιά Πόπη βλέπετε, η μόνη κάτοικος της οικίας, ήταν σπουδαία νοικοκυρά και στην κουζίνα της έβρισκες τα πάντα. Kαι τυριά και αλεύρια και λάδια και βούτυρα και φρούτα και γλυκά. Ένας επίγειος παράδεισος για τα ποντίκια. Γιατί η γιαγιά Πόπη, χωρίς να το γνωρίζει, στέγαζε ολόκληρο ποντικοχωρι στο υπόγειο της.

Οι κάτοικοι του ποντικοχωριού ζούσαν αρμονικά και ήταν τόσο ευτυχισμένοι που όλοι οι ποντικοί της γύρω περιοχής ήθελαν να μετακομίσουν στην οδό Σεφέρη 20 που έμενε η γιαγιά Πόπη. Και νέοι και γέροι και αλιτήριοι και φλώροι. Δεν ήταν εύκολο όμως να μπει νέο μέλος στην κλειστή αυτή κοινωνία. Ένα επιπλέον λαίμαργο στόμα μπορούσε να κινήσει υποψίες στην γιαγιά Πόπη και τότε όλα θα κατέρρεαν.

Όμως όπως γίνεται πάντα σε αυτήν την ζωή, όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν. Έτσι μια κακιά Δευτέρα, ένας γάτος εμφανίστηκε στο αρχοντικό της γιαγιάς Πόπης, δώρο του εγγονού της, του Γιαννάκη, για να της κάνει λέει συντροφιά. Το γεγονός αυτό έφερε μεγάλη αναστάτωση στους λαθραίους κάτοικους που αμέσως συγκάλεσαν συμβούλιο.

Πρώτος πήρε τον λόγο ο Πέτρος, ο πρόεδρος του συμβουλίου.
«Όπως όλοι γνωρίζετε στο σπίτι, πλέον, κυκλοφορεί ένας γάτος. Μια ζωντανή απειλή για μας».
«Μην κινδυνολογείς Πέτρο. Η γιαγιά μας τα μισεί τα ζώα. Σε τρεις μέρες το πολύ, ο γατούλης θα είναι παρελθόν. Θυμάστε τότε που είχε βρει την κατσαρίδα στο δωμάτιό της τι της έκανε; Έχει τσαγανό η γιαγιά μην την βλέπετε έτσι» του απάντησε ένας παχουλός ποντικός, που τον φώναζαν όλοι «Τρυπάνι» γιατί είχε ειδικότητα να ανοίγει τρύπες στο κασέρι.
«Τα πράγματα είναι σοβαρά αυτήν την φορά. Ο γάτος είναι μεγάλος γαλίφης.
Άμα τον δείτε πως της τρίβεται, θα καταλάβετε. Μέχρι και στο κρεβάτι της τον πήρε και αυτός της έκανε πατουσάκια» τους εξήγησε ο πρόεδρος.
«Και εμείς ξέρουμε να κάνουμε γαλιφιές. Γιατί δεν παίρνει εμάς για κατοικίδια;» ρώτησε με τσιριχτή φωνή ένα μικρό ποντικάκι που τριβόταν πάνω στη μαμά του.
«Που θα βρει τόσα κολάρα για εμάς βρε έξυπνε. Μια σύνταξη παίρνει όλη και όλη» του φώναξε κάποιος άλλος από το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο.
«Σοβαρευτείτε. Δεν είναι ώρα για αστεία. Από ότι φαίνεται ο γάτος ήρθε για να μείνει και εμείς πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας άμα θέλουμε να παραμείνουμε ζωντανοί» τους επανέφερε στην τάξη ο πρόεδρος.

Τα ποντίκια αμέσως σοβάρεψαν.

«Ακούστε λοιπόν τι προτείνω για αρχή. Να γίνουμε η σκιά του γάτου, για να καταγράψουμε τις συνήθειές του. Πότε κοιμάται, πότε ξυπνάει, πότε τρώει και πότε… κάνει κακά του. Μέχρι τότε κανείς δεν θα απομακρύνεται από το χωριό χωρίς να με ενημερώσει. Σύμφωνοι;»

ΟΙ ποντικοί όλοι συμφώνησαν και εκ περιτροπής ανέλαβαν να γίνουν η σκιά του τρομερού γάτου που έκανε τον παράδεισο τους να μοιάζει με κόλαση. Μέσα σε τρεις μέρες είχαν μαζέψει ήδη πολλά στοιχεία για τις συνήθειες του και κατέληξαν πως ο συγκεκριμένος γάτος… δεν είχε συνήθειες. Ήταν πέρα για πέρα απρόβλεπτος. Και όσοι είχαν την ατυχία να βρεθούν πολύ κοντά του έκαναν λόγο για βρωμερή ανάσα που μύριζε ψαρίλα.

ΟΙ ποντικοί εντωμεταξύ της γύρω περιοχής αναθάρρησαν με τα νέα. Αν έτρωγε πέντε με έξη ποντικούς από το αρχοντικό της οδού Σεφέρη, πολύ σύντομα θα άνοιγε νέα θέση και για αυτούς. Ήταν άλλωστε συνηθισμένοι στον αγώνα επιβιώσης από τις δεκάδες γατιών που κυκλοφορούσαν ελεύθερα στους δρόμους της περιοχής.

Όμως οι φίλοι μας μπορεί να ήταν βολεμένοι κάτω από την σκιά της γιαγιάς Πόπης, και άπειροι σε μάχες, ήταν όμως πανέξυπνοι. Δεν θα παρέδιδαν έτσι εύκολα τα όπλα. Εξάλλου σε όλη τους τη ζωή είχαν μείνει σε εκείνο το σπίτι. Βούρκωναν στην ιδέα πως θα ήταν αναγκασμένοι να το εγκαταλείψουν για χάρη μιας γάτας. Άρχισαν, λοιπόν, να διαδίδουν φήμες πως στα διπλανά σπίτια υπήρχαν ενυδρεία με πολλά ψάρια. Ψάρια του γλυκού νερού, ψάρια του αλμυρού αλλά και τροπικά ψάρια. Ο γατούλης ψάρωσε αμέσως μόλις έφτασε η πληροφορία στα αυτιά του και στιγμή δεν δίστασε να αφήσει την γιαγιά Πόπη και πάλι στην μοναξιά της, προκειμένου να ικανοποιήσει της γαστρονομικές του επιθυμίες. Ένα τσακ όμως πριν φτάσει στην πόρτα της εξόδου, μασκαρεμένοι οι ποντικοί της αλάνας σε γάτα, τον ενημέρωσαν πως αυτό ήταν ένα μεγάλο ψέμα που διέδωσαν οι ζουμεροί και καλοαναθρεμμένοι ποντικοί που ζούσαν στο υπόγειο του για να τον ξεφορτωθούν.
Το μάτι του γατούλη γυάλισε. Και από θυμό που εξαπατήθηκε αλλά και επειδή μόλις εκείνη τη στιγμή η ζωή του αποκτούσε ενδιαφέρον. Είχε βαρεθεί βλέπετε να κάνει τον γλυκούλη στην γιαγιά και πολύ θα ήθελε να επιστρέψει στο αγαπημένο του παιχνίδι… το κυνήγι του ποντικιού. Πάντα ήταν νικητής σε αυτό το παιχνίδι.

Τα ποντίκια μας όμως αποδείχτηκαν σκληροί αντίπαλοι αφού μετά το σαμποτάζ που τους έκαναν οι πατριώτες τους άπλωσαν διακριτικά πιπέρι σε όλο το σπίτι ένα μεσημέρι που η γιαγιά και ο γατουλης είχαν φάει μπακαλιάρο σκορδαλιά και είχαν πέσει ξεροί για ύπνο. Όταν η γιαγιά ξύπνησε και είδε πως δεν μπορούσε να συνέλθει από το φτάρνισμα υπέθεσε πως είχε αλλεργία στο τρίχωμα της γάτας. Οι ποντικοί από μια μεριά το διασκέδαζαν απίστευτα καθώς την παρακολουθούσαν να κουρεύει τον γάτο με την ξυριστική μηχανή του συγχωρεμένου του άντρα της.

«Σας το είπα ότι έχει τσαγανό η γιαγιά» είπε ψιθυριστά ο παντικός Τρυπάνι.
«Το κακό είναι όμως πως δεν τον έδιωξε» απογοητεύτηκε ένας άλλος ποντικός.
«Θα φύγει από μόνος του. Είναι πολύ περήφανος για να αντέξει τέτοια ταπείνωση» είπε με σιγουριά ο Πέτρος.

Έτσι και έγινε. ‘Ένα πρωινό που η γιαγιά κοιμόταν, ο γατούλης έφυγε και δεν ξαναφάνηκε. Τα ποντίκια πανηγύρισαν και ήταν έτοιμα να πέσουν με τη μούρη στο φαγητό αλλά δεν πρόλαβαν όμως να χαρούν και πολύ καθώς η γιαγιά απαρηγόρητη από την εξαφάνισή του έσπευσε να βρει αντικαταστάτη.
Κανένα γατί, όμως, δεν θέλησε να μπει στο αρχοντικό γιατί η φήμη των φίλων μας είχε φτάσει πολύ μακριά. Όλοι μιλούσαν για τα ποντίκια της οδού Σεφέρη, που νίκησαν τον πιο τρομερό γάτο όλων των εποχών. Τον φοβερότερο ποντικοκυνηγό.

Ανακουφισμένα πια τα ποντίκια ξαμολήθηκαν απροκάλυπτα στο αρχοντικό γιατί η πείνα τόσων ημερών τους είχε θολώσει το μυαλό. Και η γιαγιά Πόπη όπου και να κοίταζε πλέον έβλεπε ποντίκια. Κάτω από το μαξιλάρι, ανάμεσα στα βιβλία της, μέσα στην κατσαρόλα, παντού!
«Η μοναξιά έχει αρχίσει και με τρελαίνει νομίζω» μονολογούσε και έτσι πήρε μια μεγάλη απόφαση.
Μάζεψε τα πράγματά της και εγκατέλειψε για πάντα το αρχοντικό της και πήγε να μείνει με τον εγγονό της τον Γιαννάκη.

«Όλεεεε! Επιτέλους ελεύθεροι! ζητωκραύγασαν όλα μαζί τα ποντίκια.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες χαρές πανηγύρια γλέντι τρικούβερτο. Και όταν τελείωσε ο χορός και είχανε πέσει αποκαμωμένοι στο πάτωμα με τις κοιλιές τους φουσκωμένες ο Πέτρος είπε στον γιο του με περηφάνια:
«Τα βλέπεις μικρέ; Όταν λείπει ο γάτος χορεύουν τα ποντίκια!»
Ο μικρός απορημένος κοίταξε τριγύρω του και είπε στον μπαμπά του.
Και τώρα που έφυγε η γιαγιά Πόπη τι θα τρώμε;

Ειρήνη Ζογανά